prometer

pro.me.ter
pruməˈter
verbo transitivo
2.
υπόσχομαι, τάζω
os pais prometeram-lhe um computador, se passasse nos exames
οι γονείς του τού έταξαν έναν υπολογιστή, αν περνούσε στις εξετάσεις
prometeu-me uma série de coisas, se eu lhe fizesse a vontade
μου έταξε πολλά, αρκεί να του έκανα το χατίρι
3.
τάζω
prometeu à Virgem ir em peregrinação a...
έταξε στην Παναγία να πάει σε προσκύνημα στο...
4.
figurado προμηνύω
estas nuvens não prometem bom tempo
αυτά τα σύννεφα δεν προμηνύουν καλοκαιρία
5.
figurado υπόσχομαι, δίνω ελπίδες [για]
estas melhoras prometem um rápido restabelecimento
αυτή η καλυτέρευση του ασθενούς υπόσχεται γρήγορη ανάρρωση
verbo intransitivo
1.
το υπόσχομαι
mas (tu) prometeste!
μα το υποσχέθηκες!
prometes?
μου το υπόσχεσαι;
2.
υπόσχομαι πολλά
este ano, a produção de vinho do Porto promete
φέτος, η παραγωγή πορτό υπόσχεται πολλά
isto hoje promete!
η μέρα σήμερα προμηνύεται δύσκολη!
prometer mundos e fundos
υπόσχομαι τον ουρανό με τ' άστρα, τάζω λαγούς με πετραχήλια
Porto Editora – prometer no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-30 10:07:52]. Disponível em