prover

pro.ver
pruˈver
verbo transitivo
2.
εφοδιάζω [de, με], προικίζω [de, με], παρέχω [de, -]
a natureza proveu o país de grandes riquezas
η φύση εφοδίασε την χώρα με μεγάλα πλούτη
Deus proveu-o de muitas qualidades
ο Θεός τον προίκισε με πολλά προσόντα
3.
διορίζω
proveram-no na chefia do exército
τον διόρισαν για την αρχηγία του στρατού
4.
εξασφαλίζω
era ele quem provia o bom funcionamento do mecanismo
αυτός εξασφάλιζε την καλή λειτουργία του μηχανισμού
preocupou-se em prover o futuro dos filhos
φρόντισε να εξασφαλίσει το μέλλον των παιδιών του
5.
δέχομαι, απαντώ θετικά [σε]
prover um recurso
απαντώ θετικά σε έφεση
6.
μεριμνώ [a, για/να], φροντίζω [a, για/να]
prover ao pagamento de um subsídio
μεριμνώ για την καταβολή ενός επιδόματος
prover a que justiça seja feita
φροντίζω να αποδοθεί δικαιοσύνη
prover às necessidades da família
μεριμνώ για τις ανάγκες της οικογένειάς μου
7.
προβαίνω [a, σε]
tem autoridade para prover a capturas
έχει εξουσία για να προβαίνει σε συλλήψεις
Como referenciar: Porto Editora – prover no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-21 13:44:09]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
prover à substituição de um funcionário
αντικαθιστώ υπάλληλο
ATIVIDADE POLÍTICA, EMPREGO E TRABALHO
lugar a prover
θέση που πρόκειται να πληρωθεί
DIREITO
prover aos pedidos do demandante
επιδίκαση των αιτημάτων του προσφεύγοντος
VER +