pungente

pun.gen.te
pũˈʒẽt(ə)
adjetivo de 2 géneros
2.
καυτερός, αψύς
sabor pungente
καυτερή γεύση
3.
οξύς, έντονος
cheiro pungente
οξεία μυρωδιά
4.
figurado σπαρακτικός, διαπεραστικός
dor pungente
σπαρακτικός πόνος
5.
figurado οδυνηρός
preocupações pungentes
οδυνηρά μελήματα
6.
figurado συγκινητικός, συγκλονιστικός
presenciar uma cena pungente
παρακολουθώ μια συγκλονιστική σκηνή
Como referenciar: Porto Editora – pungente no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-26 20:44:04]. Disponível em