pureza

pu.re.za
puˈrezɐ
nome feminino
1.
καθαρότητα, αμιγές neutro
a pureza de um metal
η καθαρότητα ενός μετάλλου
2.
καθαρότητα
a pureza da água de uma nascente
η καθαρότητα του νερού μιας πηγής
a pureza de uma imagem
η καθαρότητα μιας εικόνας
zelar pela pureza da língua
φροντίζω την καθαρότητα της γλώσσας
3.
figurado αγνότητα
a pureza de uma alma infantil
η αγνότητα μιας παιδικής ψυχής
o mito da pureza original do homem
ο μύθος της πρωταρχικής αγνότητας του ανθρώπου
pureza de intenções
αγνότητα προθέσεων
4.
αγνότητα, παρθενιά
jovem muito zelosa da sua pureza
νεαρή πολύ προσεκτική με την αγνότητά της
5.
γνησιότητα
pureza de costumes
γνησιότητα ηθών
pureza de alma
αγνότητα/παρθενία ψυχής
Porto Editora – pureza no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-26 23:22:22]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
pureza da variedade
γνησιότητα είδους, ταυτότητα ποικιλίας
pureza do dióxido de carbono
καθαρότητα του διοξειδίου του άνθρακα
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO, ENERGIA
grau de pureza
βαθμός αγνότητας
CIÊNCIAS
pureza específica
ειδική καθαρότητα
pureza radioativa
ραδιονουκλιδική καθαρότητα
pureza de excitação
καθαρότητα διέγερσης
VER +