puxar

pu.xar
puˈʃar
verbo transitivo
1.
τραβώ
as ondas puxavam o barco para a costa
τα κύματα τραβούσαν το καΐκι προς την ακτή
o condutor puxou a pala para baixo, para se proteger do sol
ο οδηγός τράβηξε το σκίαστρο κάτω για να προστατευτεί από τον ήλιο
puxar o autoclismo
τραβώ το καζανάκι
puxar os cabelos (a alguém)
τραβώ τα μαλλιά (κάποιου)
puxar para cima
τραβώ προς τα πάνω
puxei as cortinas e o sol entrou de roldão
τράβηξα τις κουρτίνες, και ο ήλιος μπήκε με μιας
puxou de mais a corda, e esta partiu-se
τράβηξε πολύ το σχοινί, κι αυτό έσπασε
puxou os cobertores para cobrir o filho
τράβηξε τα σκεπάσματα για να σκεπάσει το γιο της
puxou uma fumaça e engoliu o fumo
τράβηξε μια ρουφηξιά και κατάπιε τον καπνό
travou-lhe da mão e puxou-a a si
της έπιασε το χέρι και την τράβηξε κοντά του
2.
τραβώ, έλκω
carro puxado por uma quadriga
κάρο που έλκεται από τέσσερα άλογα
3.
τραβώ, σέρνω, έλκω
o arado era puxado por uma parelha de bois
το άροτρο το τραβούσε ένα ζεύγος από βόδια
os huskies que puxam trenós
τα χάσκι που τραβούν έλκηθρα
puxou o barco para terra
έσυρε το καΐκι στη ξηρά
4.
τραβώ, βγάζω
puxou a carteira e tirou uma nota
τράβηξε το πορτοφόλι κι έβγαλε ένα χαρτονόμισμα
5.
τραβώ, πίνω, απορροφώ
o mata-borrão puxa bem a tinta
το στυπόχαρτο τραβάει καλά το μελάνι
6.
ανοίγω
o ar do campo puxa o apetite
ο αέρας της υπαίθρου ανοίγει την όρεξη
7.
φέρνω
um filme muito parado, que puxa o sono
μια πολύ αργή ταινία, που φέρνει ύπνο
8.
καρυκεύω
puxar um molho
καρυκεύω μια σάλτσα
9.
τραβώ [de, -], βγάζω [de, -]
puxou da pistola e disparou
έβγαλε το πιστόλι και πυροβόλησε
puxou do maço e tirou um cigarro
τράβηξε το πακέτο και έβγαλε ένα τσιγάρο
10.
παρακινώ [por, -]
é bom puxar pelas crianças
καλό είναι να παρακινεί κανείς τα παιδιά
os adeptos não pararam de puxar pela equipa
οι οπαδοί δεν σταμάτησαν να παρακινούν την ομάδα τους
professor que puxa pouco pelos alunos
καθηγητής που παρακινεί ελάχιστα τους μαθητές του
11.
τείνω [para, προς], κλίνω [para, προς]
ela puxa mais para as línguas
αυτή τείνει κυρίως προς τις γλώσσες
12.
μοιάζω [a, με], φέρνω [a, σε]
não puxa a ninguém da família
δεν μοιάζει με κανένα από την οικογένεια
13.
ζορίζω [por, -]
puxar pela voz
ζορίζω τη φωνή μου
14.
στείβω [por, -], ζορίζω [por, -]
puxar pela memória/cabeça
ζορίζω τη μνήμη μου/το νου μου
puxar pelos miolos
στείβω το μυαλό μου
15.
(jogos de cartas) τραβώ [a, -], ανοίγω [a, με]
puxar a ouros
ανοίγω με καρό
16.
αυξάνω [em, -], υπερβάλλω [em, σε]
puxar nos preços
υπερβάλλω στις τιμές
figurado puxar a brasa à sua sardinha
κοιτάζω το συμφέρον μου
puxar as orelhas
τραβώ τα αυτιά
puxar conversa (para alguma coisa)
φέρνω τη κουβέντα (σ' ένα θέμα)
figurado puxar dos galões
επιβάλλομαι λόγω του κύρους της θέσης μου
puxar o lustro/brilho
γυαλίζω
puxar o lustro às pratas
γυαλίζω τα ασημικά
figurado puxar os cordelinhos
κινώ τα νήματα
figurado puxar pela língua (de alguém)
λύνω τη γλώσσα (κάποιου)
Porto Editora – puxar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 13:15:47]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
escrêiper de puxar / pá de arrasto / raspadora de puxar
αποξεστήρες μετά λεπίδος
CIÊNCIAS
puxar rebentos
βγάζω παραβλάσταρα, πετώ βλαστάρια
CIÊNCIAS, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
trenó porta-caixas puxado por tração
έλκηθρο-φορέας κιβωτίων το οποίο έλκεται με μαγγάνι
VER +