qualidade

qua.li.da.de
kwɐliˈdad(ə)
nome feminino
1.
ποιότητα
a qualidade deste produto foi aperfeiçoada
η ποιότητα αυτού του προϊόντος βελτιώθηκε
garantir a qualidade dum serviço
εγγυώμαι την ποιότητα μιας υπηρεσίας
gestão da qualidade
διαχείριση ποιότητας
normas de qualidade
προδιαγραφές ποιότητας
produto de média qualidade
προϊόν μέτριας ποιότητας
produto de qualidade duvidosa
προϊόν ύποπτης ποιότητας
prova de qualidade
τεστ ποιότητας
qualidade de imagem/som
ποιότητα εικόνας/ήχου
sapatos de qualidade
παπούτσια ποιότητας
2.
προσόν neutro , ικανότητα
a sua persistência revelou-se uma qualidade importante para...
η επιμονή του αποδείχτηκε σημαντικό προσόν για να...
depreciar as qualidades (de alguém)
υποτιμώ τις ικανότητες (κάποιου)
desfazer das qualidades (de alguém)
απαξιώνω τις ικανότητες (κάποιου)
Deus proveu-o de grandes qualidades
ο Θεός τον προίκισε με μεγάλα προσόντα
ele possui muitas qualidades
αυτός έχει πολλά προσόντα
não gosta de proclamar as suas qualidades
δεν του αρέσει να βροντοφωνάζει τα προσόντα του
3.
προτέρημα neutro , αρετή
a franqueza é uma qualidade que aprecio
η ευθύτητα είναι μια αρετή που εκτιμώ
as qualidades intrínsecas duma pessoa
τα ενδογενή προτερήματα ενός ανθρώπου
a sua maior qualidade é a bondade
το μεγαλύτερο προτέρημά του είναι η καλοσύνη
fez da persistência a sua maior qualidade
έκανε την επιμονή την καλύτερη αρετή του
qualidades e defeitos morais
ηθικά προτερήματα και ελαττώματα
todos somos um misto de qualidades e defeitos
όλοι είμαστε ένα κράμα από προτερήματα και ελαττώματα
4.
ιδιότητα
requerer a qualidade de herdeiro
αιτώ την ιδιότητα του κληρονόμου
5.
είδος neutro , τύπος masculino
tem em casa farinha de várias qualidades
έχει στο σπίτι πολλών ειδών αλεύρι
de primeira qualidade
πρώτης ποιότητας
de qualidade
ποιοτικός
controlo de qualidade
ποιοτικός έλεγχος

manter o nível de qualidade
διατηρώ το ποιοτικό επίπεδο
má qualidade
ελάττωμα, κακό
na qualidade de
ως, με την ιδιότηταgenitivo
esteve presente na qualidade de presidente honorário
παρέστη με την ιδιότητα του επίτιμου προέδρου

na qualidade de diretor
ως διευθυντής
qualidade de vida
ποιότητα ζωής
Porto Editora – qualidade no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 00:56:25]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
vinho de qualidade
κρασί ποιότητας
agricultura extensiva de qualidade
εκτατική ποιοτική γεωργία
ATIVIDADE POLÍTICA, FINANÇAS, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
Serviço de Inspeção da Qualidade
Υπηρεσία Ποιοτικού Ελέγχου
EMPREGO E TRABALHO
controlo da qualidade
έλεγχος ποιότητας
VER +