Campanha de Aniversário da Academia Virtual
que.brar kəˈbrar
verbo transitivo
1.
ver partir
2.
σπάω, σπάζω, μετριάζω, μειώνω
a lareira ia quebrando o frio
το τζάκι έσπαγε λίγο-λίγο το κρύο
o paredão quebra a força das ondas
ο κυματοθραύστης μετριάζει τη δύναμη των κυμάτων
3.
σπάω, σπάζω, κόβω
quebrou o vínculo das obrigações sociais
έσπασε το δεσμό των κοινωνικών υποχρεώσεων
4.
σχίζω
um repentino trovão quebrou o silêncio
ένα ξαφνικό μπουμπουνητό έσχισε τη σιγή
5.
σπάω, σπάζω, διακόπτω
acontecimento que quebrou a rotina diária
γεγονός που διέκοψε την καθημερινή ρουτίνα
quebrar o jejum
διακόπτω μια νηστεία
quebrar uma tradição
σπάω μια παράδοση
6.
παραβιάζω, αθετώ
quebrar as regras
παραβιάζω τους κανόνες
quebrar o sigilo
αθετώ το απόρρητο
quebrar uma promessa
αθετώ μια υπόσχεση
7.
σπάω, σπάζω, συντρίβω
a intensidade do esforço quebrou-lhe as resistências
η ένταση της προσπάθειας έσπασε τις αντοχές του
não quebrar a força de vontade (de alguém)
δεν σπάω το ηθικό (κάποιου)
8.
σπάω, σπάζω, χαλάω
quebrar um mecanismo
σπάω ένα μηχανισμό
9.
figurado, coloquial σπάω, σπάζω
quebrar o focinho (a alguém)
σπάω τα μούτρα (κάποιου)
10.
figurado, coloquial στείβω
quebrar os miolos a pensar
στείβω το μυαλό με σκέψεις
verbo intransitivo
1.
σκάω, προσκρούω
as ondas quebram na areia
τα κύματα σκάνε στην άμμο
2.
λιγοστεύω
a luz do dia ia quebrando
το φως της ημέρας λιγόστευε σιγά-σιγά
3.
figurado σπάω, σπάζω
nem a infelicidade o fez quebrar
ούτε η δυστυχία δεν τον έκανε να σπάσει
pessoa de antes quebrar que torcer!
άνθρωπος που προτιμάει να σπάσει παρά να λυγίσει!
4.
χρεωκοπώ
empresário que quebrou
επιχειρηματίας που χρεωκόπησε
5.
coloquial
βγάζω/αποκτώ κηλή
6.
Brasil
(carro, máquina) σπάω, σπάζω, χαλάω
(provérbio) antes quebrar que torcer
κάλλιο ο θάνατος παρά η ατιμία
figurado quebrar a cabeça
σπαζοκεφαλιάζω
figurado quebrar lanças por (alguém)
παίρνω το μέρος (κάποιου)
quebrar o feitiço
λύνω τα μάγια
figurado quebrar o gelo
σπάω τον πάγο

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • ATIVIDADE POLÍTICA
    Convenção relativa às Sanções Penais por Quebra do Contrato de Trabalho por parte dos Trabalhadores Indígenas
    ΔΣΕ 65: Για τις ποινικές κυρώσεις εξαιτίας της μη τήρησης των όρων της σύμβασης εργασίας από μέρους των ιθαγενών εργαζομένων
  • ATIVIDADE POLÍTICA, QUESTÕES SOCIAIS
    Convenção relativa à Abolição das Sanções Penais por Quebra do Contrato de Trabalho por parte dos Trabalhadores Indígenas
    ΔΣΕ 104: Για την κατάργηση των ποινικών κυρώσεων για παραλείψεις στη σύμβαση εργασίας από μέρους των ιθαγενών εργαζομένων
  • CIÊNCIAS
    quebra de potencial eletromagnético
    κρημνός ηλεκτρομαγνητικού δυναμικού
    quebra na ressonância dos eletrões
    διάσπαση η οποία πραγματοποιείται στον συντονισμό ηλεκτρονίων
  • CIÊNCIAS, INDÚSTRIA
    plano quebrado
    σύμπλοκος επίπεδος πόρος
  • ECONOMIA
    quebra do isolamento das regiões ultraperiféricas
    άρση της απομόνωσης των ιδαίτερα απομεμακρυσμένων περιοχών
  • EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
    quebrar o canto
    σπάζω,κόβω τις γωνίες βιβλίου
    quebrar a linha
    αλλάζω γραμμή
    αρχίζω νέα παράγραφο
  • EMPREGO E TRABALHO, INDÚSTRIA
    remoção e operação de quebra de cacos
    απομάκρυνση και θρυμματισμός συντριμμάτων από γυαλί ή κεραμικά υλικά
  • FINANÇAS
    quebra dos preços / queda acentuada dos preços / queda dos preços
    κατάρρευση των τιμών
    quebras normais / quebras ordinárias
    εμπορικές ζημίες
  • INDÚSTRIA
    máquina para quebrar lingotes
    μηχανή για τον τεμαχισμό των απορριμμάτων χύτευσης
    prensa para quebrar
    πιεστήριο θραύσης
    πρέσα θραύσης
    πρέσα χελωνών χυτοσιδήρου
  • QUESTÕES SOCIAIS
    quebra na adaptação humana
    κλονισμός της ανθρώπινης προσαρμοστικότητας
    quebra cromossómica / rutura cromossómica
    διάσπαση χρωμοσωμάτων
  • TRANSPORTES, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
    ponto de divisão / quebra de produção
    σταθμός κατασκευαστικής ένωσης
  • UNIÃO EUROPEIA
    desencravamento / quebra do isolamento
    άρση της απομόνωσης
    despesas de seguro com a cobertura de riscos correntes (quebra, roubo, incêndio)
    έξοδα ασφάλισης για την κάλυψη απλών κινδύνων
  • UNIÃO EUROPEIA, DIREITO
    quebra da força de caso julgado da sentença
    προσβολή του δεδικασμένου
Download IATE, European Union, 2018
Partilhar
Como referenciar
Porto Editora – quebrar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2023-02-06 03:44:03]. Disponível em
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • ATIVIDADE POLÍTICA
    Convenção relativa às Sanções Penais por Quebra do Contrato de Trabalho por parte dos Trabalhadores Indígenas
    ΔΣΕ 65: Για τις ποινικές κυρώσεις εξαιτίας της μη τήρησης των όρων της σύμβασης εργασίας από μέρους των ιθαγενών εργαζομένων
  • ATIVIDADE POLÍTICA, QUESTÕES SOCIAIS
    Convenção relativa à Abolição das Sanções Penais por Quebra do Contrato de Trabalho por parte dos Trabalhadores Indígenas
    ΔΣΕ 104: Για την κατάργηση των ποινικών κυρώσεων για παραλείψεις στη σύμβαση εργασίας από μέρους των ιθαγενών εργαζομένων
  • CIÊNCIAS
    quebra de potencial eletromagnético
    κρημνός ηλεκτρομαγνητικού δυναμικού
    quebra na ressonância dos eletrões
    διάσπαση η οποία πραγματοποιείται στον συντονισμό ηλεκτρονίων
  • CIÊNCIAS, INDÚSTRIA
    plano quebrado
    σύμπλοκος επίπεδος πόρος
  • ECONOMIA
    quebra do isolamento das regiões ultraperiféricas
    άρση της απομόνωσης των ιδαίτερα απομεμακρυσμένων περιοχών
  • EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
    quebrar o canto
    σπάζω,κόβω τις γωνίες βιβλίου
    quebrar a linha
    αλλάζω γραμμή
    αρχίζω νέα παράγραφο
  • EMPREGO E TRABALHO, INDÚSTRIA
    remoção e operação de quebra de cacos
    απομάκρυνση και θρυμματισμός συντριμμάτων από γυαλί ή κεραμικά υλικά
  • FINANÇAS
    quebra dos preços / queda acentuada dos preços / queda dos preços
    κατάρρευση των τιμών
    quebras normais / quebras ordinárias
    εμπορικές ζημίες
  • INDÚSTRIA
    máquina para quebrar lingotes
    μηχανή για τον τεμαχισμό των απορριμμάτων χύτευσης
    prensa para quebrar
    πιεστήριο θραύσης
    πρέσα θραύσης
    πρέσα χελωνών χυτοσιδήρου
  • QUESTÕES SOCIAIS
    quebra na adaptação humana
    κλονισμός της ανθρώπινης προσαρμοστικότητας
    quebra cromossómica / rutura cromossómica
    διάσπαση χρωμοσωμάτων
  • TRANSPORTES, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
    ponto de divisão / quebra de produção
    σταθμός κατασκευαστικής ένωσης
  • UNIÃO EUROPEIA
    desencravamento / quebra do isolamento
    άρση της απομόνωσης
    despesas de seguro com a cobertura de riscos correntes (quebra, roubo, incêndio)
    έξοδα ασφάλισης για την κάλυψη απλών κινδύνων
  • UNIÃO EUROPEIA, DIREITO
    quebra da força de caso julgado da sentença
    προσβολή του δεδικασμένου
Download IATE, European Union, 2018
Artigos
ver+
Partilhar
Como referenciar
Porto Editora – quebrar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2023-02-06 03:44:03]. Disponível em