rabo

ra.bo
ˈʀabu
nome masculino
1.
ουρά feminino
a barbatana do rabo de um peixe
το πτερύγιο στην ουρά ενός ψαριού
agarrou a galinha pelas penas do rabo
γράπωσε την κότα από τα φτερά της ουράς
o cão estava a abanar o rabo
ο σκύλος κουνούσε την ουρά του
o rabo de um vestido
η ουρά ενός φορέματος
o rabo farfalhudo de uma raposa
η φουντωτή ουρά μιας αλεπούς
2.
πισινός, κώλος
dei com o rabo no chão
χτύπησα τον πισινό μου χάμω
ela limpou o rabo ao filhito
αυτή σκούπισε τον πισινό του μικρού γιου της
levou um chuto no rabo
έφαγε μια κλοτσιά στον πισινό
3.
λαβή feminino , κράτημα neutro
segurar uma frigideira pelo rabo
πιάνω ένα τηγάνι από το κράτημα
figurado agora/aqui é que a porca torce o rabo!
εδώ σε θέλω!, τώρα/εδώ είναι τα δύσκολα!
dar ao rabo
κουνώ την ουρά μου
ao ver o dono, o cão pôs-se a dar ao rabo
βλέποντας το αφεντικό του, ο σκύλος βάλθηκε να κουνάει την ουρά του
figurado fugir com o rabo à seringa
προσπαθώ να αποφύγω κάτι δυσάρεστο
figurado fugir com o rabo entre as pernas
το σκάω με την ουρά στα σκέλια
figurado meter o rabo entre as pernas
βάζω την ουρά στα σκέλια
figurado o rabo é sempre o pior de esfolar
το τέλος είναι πάντα το δυσκολότερο κομμάτι μιας δουλειάς
rabo do olho
η γωνία του ματιού
ANAGRAMAS
Porto Editora – rabo no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-21 17:10:19]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
marca de rabo
σημάδι ουράς
prendedor de rabo
κρίκος ουράς
cortador de rabo
συσκευή κοπής ουράς
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
rabo de charrua / temão / timão
άξονας, ιστοβολεύς αρότρου(κ.σταβάρι), σταβάρι
AGROALIMENTAR
rabo de boi
ουρά
VER +