raramente

ra.ra.men.te
ʀarɐˈmẽt(ə)
advérbio
σπάνια, σπανίως
aqui, raramente se vê tanta azáfama
εδώ, σπάνια βλέπεις τέτοιο τρεχαλητό
às vezes, vem ver-me, mas raramente
καμιά φορά έρχεται και με βλέπει, αλλά σπανίως
raramente adoece
σπάνια αρρωσταίνει
raramente se lembra de me telefonar
σπάνια θυμάται να με πάρει τηλέφωνο
Porto Editora – raramente no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-09 13:50:25]. Disponível em