reanimar

re.a.ni.mar
ʀjɐniˈmar
verbo transitivo
2.
συνεφέρνω, ξαναζωντανεύω
sentia-se fraca, mas o café reanimou-a
ένιωθε αδύναμη, αλλά ο καφές την συνέφερε
3.
επαναφέρω
toda a equipa médica lutou para reanimar o doente
όλη η ιατρική ομάδα πάλεψε για να επαναφέρει τον ασθενή
4.
αναζωογονώ
as chuvas reanimaram a vegetação
οι βροχές αναζωογόνησαν τη βλάστηση
5.
figurado αναζωογονώ, εμψυχώνω, αναπτερώνω
reanimar a atividade económica duma região
αναζωογονώ την οικονομική δραστηριότητα μιας περιοχής
reanimar (alguém) com um gesto de solidariedade
εμψυχώνω (κάποιον) με μια κίνηση αλληλεγγύης
Como referenciar: Porto Editora – reanimar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-26 10:21:27]. Disponível em