rebaixar

re.bai.xar
ʀəbajˈʃar
verbo transitivo
1.
χαμηλώνω, κατεβάζω
mandou rebaixar o muro do quintal
έδωσε εντολή να χαμηλώσουν τη μάντρα της αυλής
2.
χαμηλώνω, μειώνω, κατεβάζω
rebaixar os custos de produção
κατεβάζω τα κόστη παραγωγής
3.
ταπεινώνω, εξευτελίζω
aquele tratamento rebaixou-me
εκείνη η μεταχείρηση με ταπείνωσε
verbo intransitivo
1.
χαμηλώνω, κατεβαίνω
a água no poço rebaixou bastante
το νερό στο πηγάδι χαμήλωσε αρκετά
2.
χαμηλώνω, κατεβαίνω, μειώνομαι
evitar que os lucros rebaixem
εμποδίζω τα κέρδη να κατέβουν
Porto Editora – rebaixar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-27 15:56:42]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
passagem para peixes com canal rebaixado
ιχθυοδίοδος δι'αύλακος πτώσεως
INDÚSTRIA
máquina de rebaixar
κουρευτική μηχανή, ξυριστική μηχανή
fresa para rebaixar e alargar boca de furo
κοπτικό για το άνοιγμα κυλινδρικής εξόδου στο άκρο μιας οπής
ferramenta de rebaixar
κυλινδρικό ή κωνικό εργαλείο με διάτρηση διεύρυνσης
QUESTÕES SOCIAIS, TRANSPORTES
paraquedas rebaixado
αλεξίπτωτο σχηματόμορφο
VER +