rebentar

re.ben.tar
ʀəbẽˈtar
verbo transitivo
1.
σκάω
gosta de rebentar balões com um alfinete
του αρέσει να σκάει μπαλόνια με μια καρφίτσα
2.
σπάω
não rebentes as borbulhas
μην σπας τα σπιθουράκια
para abrir a estrada, tiveram de rebentar parte da encosta
για να ανοίξουν το δρόμο, χρειάστηκε να σπάσουν μέρος από την πλαγιά
3.
coloquial σπάω [-/com, -], διαλύω [-/com, -]
caiu, e rebentou com os joelhos
έπεσε, και διέλυσε τα γόνατά του
deu-lhe uma fúria, e rebentou com tudo
του ήρθε μια τρέλα, και τα έσπασε όλα
deu um pontapé à porta e rebentou-a
κλότσησε την πόρτα και την διέλυσε
ele lançou o carro sobre o portão, para rebentar com ele
έριξε το αμάξι πάνω στην πύλη, για να την σπάσει
não era preciso rebentares com o cadeado
δεν ήταν ανάγκη να διαλύσεις το λουκέτο
os ladrões rebentaram o cofre
οι κλέφτες έσπασαν το χρηματοκιβώτιο
4.
coloquial διαλύω [-/com, -], ξεκάνω [-/com, -]
a correria rebentou connosco
το τρέξιμο μας διέλυσε
as preocupações ainda rebentam comigo!
οι σκοτούρες θα με διαλύσουν!
para ganhar, quase rebentou os cavalos
για να κερδίσει, σχεδόν ξέκανε τα άλογα
5.
coloquial διαλύω [-/com, -], χαλάω [-/com, -]
ele rebenta a roupa num instante
αυτός χαλάει τα ρούχα του στο πιτς-φιτίλι
já rebentaste com os sapatos?
διέλυσες κιόλας τα παπούτσια σου;
se não tens cuidado, rebentas com a máquina
αν δεν προσέξεις, θα χαλάσεις το μηχάνημα
6.
coloquial ξεκάνω [com, -], ξεπαστρεύω [com, -]
andam à caça daquele patife para rebentarem com ele
κυνηγούν εκείνο το λωποδύτη για να τον ξεκάνουν
verbo intransitivo
1.
σκάω
ao rebentar, o balão estalou
καθώς έσκαγε, το μπαλόνι κροτάλισε
com a alergia, a pele rebentou-lhe em vários sítios
με την αλλεργία, το δέρμα του έσκασε σε διάφορα σημεία
com o puxão, uma das costuras rebentou
με το τράβηγμα, η μια ραφή έσκασε
um dente que começa a rebentar
ένα δόντι που πάει να σκάσει
2.
σπάω
a correia do relógio rebentou
το λουρί του ρολογιού έσπασε
rebentaram as águas duma parturiente
έσπασαν τα νερά μιας ετοιμόγεννης
tenho a cabeça a rebentar!
το κεφάλι μου πάει να σπάσει!
3.
BOTÂNICA βλασταίνω, σκάω
a árvore está a rebentar
το δένδρο βλασταίνει
era a altura em que os bolbos rebentavam
ήταν η περίοδος που οι βολβοί σκάνε
4.
σκάω, παφλάζω
as ondas rebentavam sobre o quebra-mar
τα κύματα έσκαγαν πάνω στον κυματοθραύστη
o mar rebentava nos rochedos
η θάλασσα πάφλαζε στα βράχια
5.
αναβλύζω [de, από]
lágrimas que rebentam dos olhos
δάκρυα που αναβλύζουν από τα μάτια
uma torrente que rebentava da rocha
ένας χείμαρρος που ανάβλυζε από το βράχο
6.
σκάω, ξεσπάω
a tempestade rebentou sobre a aldeia
η καταιγίδα έσκασε πάνω στο χωριό
nada podia evitar que a fúria popular rebentasse
τίποτα δεν ήταν ικανό να αποτρέψει τη λαϊκή οργή να ξεσπάσει
quando o escândalo rebentou,...
όταν ξέσπασε το σκάνδαλο,...
7.
ξεσπάω
a crise rebentou quando menos se esperava
η κρίση ξέσπασε όταν κανείς δεν το περίμενε
aquilo foi a gota de água que fez rebentar a revolta
εκείνο ήταν η σταγόνα που έκανε να ξεσπάσει η εξέγερση
de repente, rebentou um grande burburinho
ξαφνικά, ξέσπασε μεγάλο σούσουρο
e então, a guerra rebentou
και τότε, ξέσπασε ο πόλεμος
rebentaram aplausos calorosos
ξέσπασαν θερμά χειροκροτήματα
8.
ξεσπάω [em, σε]
a multidão rebentou em vaias
το πλήθος ξέσπασε σε γιουχαΐσματα
ela rebentou em gargalhadas
αυτή ξέσπασε σε χαχανητά
9.
coloquial κλατάρω, τα φτύνω
ainda corri alguns quilómetros, mas depois rebentei
έτρεξα μεν κάμποσα χιλιόμετρα, αλλά μετά κλάταρα
esforçou o motor, e este rebentou
ζόρισε τη μηχανή, κι αυτή κλάταρε
estou completamente rebentado
τα έχω φτύσει εντελώς
10.
coloquial σκάω [de, από]
rebentar de inveja/curiosidade
σκάω από ζήλια/περιέργεια
rebentar de raiva/orgulho
σκάω από οργή/περηφάνεια
figurado rebentar a castanha na boca (a alguém)
πάω για μαλλί και βγαίνω κουρεμένος
figurado rebentar de riso
σκάω/ξεκαρδίζομαι στα γέλια, κρατώ την κοιλιά μου από τα γέλια
figurado rebentar pelas costuras
είμαι ασφυκτικά γεμάτος
ANAGRAMAS
Porto Editora – rebentar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-01 05:30:56]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
rebento seco
σιτηρά που έχουν βλαστήσει
primeiro rebento de um enxerto
πρώτη βλάστηση εμβολιασμένου δένδρου
rebento de pinheiro
βλαστός έλατου, βλαστός πεύκου
CIÊNCIAS
irrupção da monção / rebentar da monção
ξέσπασμα του μουσσώνα
mar de rolo / vaga rebentando
θραυόμενο κύμα, κύμα που σπάει πάνω στο πλοίο
CIÊNCIAS, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
podridão do rebento
σήψη της ρίζας
chupão / ladrão / mamão / rebento jovem
νεαρές παραφυάδες
rebento de alcachofra
παραφυάδα
VER +