recolher

re.co.lher
ʀəkuˈʎer
verbo transitivo
1.
περισυλλέγω, μαζεύω
a época em que o homem recolhia os dons da natureza
η εποχή που ο άνθρωπος περισυνέλεγε τα αγαθά της φύσης
2.
περισυλλέγω, συλλέγω, μαζεύω
cisterna que recolhe a água das chuvas
στέρνα που συλλέγει το βρόχινο νερό
3.
περισυλλέγω, συλλέγω, μαζεύω, παίρνω
recolher as cinzas da lareira
μαζεύω τις στάχτες από το τζάκι
recolher os corpos dos soldados mortos
περισυλλέγω τα λείψανα των νεκρών στρατιωτών
recolher uma excreção para análise
συλλέγω ένα έκκριμα για ανάλυση
4.
αποσύρω
a empresa foi obrigada a recolher as peças defeituosas
η επιχείρηση υποχρεώθηκε να αποσύρει τα ελαττωματικά ανταλλακτικά
com o advento do euro, foi preciso recolher muitas moedas nacionais
με την έλευση του ευρώ, χρειάστηκε να αποσυρθούν πολλά εθνικά νομίσματα
5.
συγκεντρώνω, μαζεύω, συλλέγω
ele recolheu as rendas dos foreiros
αυτός μάζεψε τα μισθώματα των πακτωτών
recolher assinaturas
συγκεντρώνω υπογραφές
recolher fundos para uma instituição de caridade
συγκεντρώνω πόρους για μια αγαθοεργία
6.
μαντρώνω, φυλάω
recolher cavalos e mulas a uma estrebaria
φυλάω για τη νύχτα άλογα και μουλάρια σε ιπποστάσιο
recolhiam o gado na loja
μάντρωναν τα ζωντανά στο κατώι
7.
φυλάω
à noite, recolhem as mesas e cadeiras das esplanadas
το βράδυ, φυλάνε τα τραπέζια και τις καρέκλες των υπαίθριων χώρων
os hangares onde se recolhem os aviões
τα υπόστεγα όπου φυλάσσονται τα αεροπλάνα
8.
περισυλλέγω, συγκεντρώνω, μαζεύω, συλλέγω, αποκομίζω
recolher informações
μαζεύω πληροφορίες
recolher matéria-prima para um romance
συλλέγω πρώτη ύλη για ένα μυθιστόρημα
recolher os idiomatismos de uma região
περισυλλέγω τους ιδιωματισμούς μιας περιοχής
9.
περιμαζεύω, μαζεύω
recolheu um passarinho ferido
μάζεψε ένα πληγωμένο πουλάκι
10.
περιμαζεύω, παίρνω, στεγάζω
recolheram em casa uma órfã
περιμάζεψαν σπίτι τους μια ορφανή
11.
μαζεύω
a tartaruga recolheu a cabeça
η χελώνα μάζεψε το κεφάλι της
quando brincam com as crias, as leoas recolhem as garras
όταν παίζουν με τα κουτάβια τους, οι λέαινες μαζεύουν τα νύχια τους
recolher as velas
μαζεύω τα πανιά
12.
αποκομίζω, δρέπω
recolheu proveito das boas ações do passado
αποκόμισε όφελος από τις παλιές καλές πράξεις του
13.
συγκεντρώνω
recolheu muitos dos votos dos jovens
συγκέντρωσε πολλές από τις ψήφους των νέων
verbo intransitivo
1.
επιστρέφω σπίτι
é tarde, são muito boas horas de recolher
είναι αργά, είναι σίγουρα ώρα να επιστρέψω σπίτι
2.
επιστρέφω [a, σε]
à noite, os cavalos recolhem à cavalariça
το βράδυ, τα άλογα επιστρέφουν στο ιπποστάσιο
a que horas tens de recolher ao quartel?
τι ώρα πρέπει να επιστρέψεις στο στρατόπεδο;
depois do passeio no pátio, os reclusos recolhem às suas celas
μετά τον περίπατο στην αυλή, οι κρατούμενοι επιστρέφουν στα κελλιά τους
tendo terminado as suas ocupações, recolheu a casa por volta das 7h
έχοντας τελειώσει τις ασχολίες του, επέστρεψε σπίτι κατά τις 7
recolher obrigatório
απαγόρευση κυκλοφορίας
recolher náufragos
περιμαζεύω ναυαγούς
recolher o lixo
περισυλλέγω τα απορρίμματα, μαζεύω τα σκουπίδια
MILITAR toque de recolher
σιωπητήριο
Porto Editora – recolher no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-26 00:25:32]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
máquina de recolher folhagem
συλλεκτήρας φύλλων
zona de recolha
ζώνη συλλογής
ATIVIDADE POLÍTICA, MEIO AMBIENTE
recolha de lixos domésticos
συλλογή απορριμμάτων
ATIVIDADE POLÍTICA, UNIÃO EUROPEIA
missão de recolha de informações
αποστολή ενημέρωσης
VER +