recompor

re.com.por
ʀəkõˈpor
verbo transitivo
1.
ανασυνθέτω, αναδιατάσσω
recompor o organigrama duma empresa
ανασυνθέτω το οργανόγραμμα μιας επιχείρησης
2.
ξαναφτιάχνω
depois do divórcio, não foi fácil recompor a sua vida
μετά το διαζύγιο, δεν ήταν εύκολο να ξαναφτιάξει τη ζωή του
3.
διορθώνω
o pintor recompôs as cores do quadro
ο ζωγράφος διόρθωσε τα χρώματα του πίνακα
recompor as flores duma jarra
διορθώνω τα λουλούδια σ' ένα βάζο
4.
επιδιορθώνω
ajudou-me a recompor o telhado
με βοήθησε να επιδιορθώσω τη στέγη
5.
ανασυνθέτω, ανασχηματίζω
recompor o gabinete de ministros
ανασυνθέτω την κυβέρνηση
6.
TIPOGRAFIA στοιχειοθετώ ξανά
recompor uma página de jornal
στοιχειοθετώ ξανά μια σελίδα εφημερίδας
7.
ξαναδυναμώνω
a boa alimentação recompô-la depressa
η καλή διατροφή την ξαναδυνάμωσε γρήγορα
8.
φτιάχνω
o apoio dela recompôs-me a disposição
η στήριξή της μου έφτιαξε τη διάθεση
o chá recompôs-me o estômago
το τσάι μου έφτιαξε το στομάχι
9.
ανορθώνω, διορθώνω
a sua prioridade era recompor internamente o país
η προτεραιότητά του ήταν να διορθώσει εσωτερικά τη χώρα
não descansou enquanto não recompôs a empresa
δεν ησύχασε μέχρι να ανορθώσει την εταιρεία
10.
αποκαθιστώ, διορθώνω
recompor as relações de dois irmãos
αποκαθιστώ τις σχέσεις ανάμεσα σε δύο αδέλφια
Porto Editora – recompor no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 08:17:00]. Disponível em