recordar

re.cor.dar
ʀəkurˈdar
verbo transitivo
2.
θυμάμαι, θυμούμαι, αναθυμούμαι, αναθυμάμαι
recorda a sua juventude
αναθυμάται τα νιάτα του
recorda com amargura os anos de clausura
θυμάται με πίκρα τα χρόνια κλεισούρας
3.
θυμίζω, υπενθυμίζω
aproveito o ensejo para lhe recordar que...
δράττομαι της ευκαιρίας για να σας υπενθυμίσω ότι...
recordei-lhe que não devia chegar tarde
του θύμισα ότι δεν έπρεπε να αργήσει
4.
θυμίζω
aquela cena recordou-me uma outra do passado
εκείνη η σκηνή μου θύμισε μία άλλη του παρελθόντος
ele recorda-me alguém
αυτός μου θυμίσει κάποιον
estilo pictórico que recorda o de outro artista
ζωγραφικό ύφος που θυμίζει εκείνο ενός άλλου καλλιτέχνη
não me recordes esse facto
μη μου θυμίζεις αυτό το γεγονός
um local que me recorda um amigo
ένα μέρος που μου θυμίζει ένα φίλο μου
5.
θυμίζω [de, -], υπενθυμίζω [de, -]
recordei-o das suas obrigações
του υπενθύμισα τις υποχρεώσεις του
ANTÓNIMOS
VER +
VEJA TAMBÉM
VER +
ANAGRAMAS
Porto Editora – recordar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-29 04:28:12]. Disponível em