recuperar

re.cu.pe.rar
ʀəkupəˈrar
verbo transitivo
1.
ανακτώ, ξαναβρίσκω
a pouco e pouco, recuperou a calma
σιγά-σιγά, ανέκτησε την ηρεμία του
ela já recuperou as boas cores
αυτή ξαναβρήκε το καλό της χρώμα
já recuperou a boa disposição
έχει ανακτήσει την ευδιαθεσία του
recuperar a consciência
ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου
recuperar forças
ανακτώ τις δυνάμεις μου
recuperar o apetite
ξαναβρίσκω την όρεξή μου
recuperar o fôlego
ξαναβρίσκω την ανάσα μου
recuperar o otimismo
ξαναβρίσκω την αισιοδοξία μου
recuperou o movimento daquele braço
ανέκτησε την κίνηση σ' εκείνο το χέρι
2.
ανακτώ
o palácio recuperou o seu antigo esplendor
το ανάκτορο ανέκτησε την παλιά του αίγλη
recuperar dados
ανακτώ δεδομένα
recuperou a chefia do partido
ανέκτησε την ηγεσία ενός κόμματος
3.
αναπληρώνω
recuperar o tempo perdido
αναπληρώνω το χαμένο χρόνο
sem te esforçares, não é possível recuperares o atraso no inglês
χωρίς να κοπιάσεις, δεν γίνεται να αναπληρώσεις την υστέρησή σου στα αγγλικά
4.
επαναχρησιμοποιώ
recuperar materiais usados
επαναχρησιμοποιώ χρησιμοποιημένα υλικά
5.
αποκαθιστώ, αναστηλώνω, ανορθώνω
recuperar um monumento
αναστηλώνω ένα μνημείο
6.
αποκαθιστώ, διασώζω
fizeram-se obras para recuperar a zona ribeirinha de Lisboa
έγιναν έργα για να αποκατασταθεί η παραποτάμια ζώνη της Λισαβόνας
recuperar um quadro, repondo-o no estado primitivo
αποκαθιστώ έναν πίνακα, θέτοντάς τον πάλι στην αρχική του κατάσταση
7.
ανακάμπτω, ανορθώνω
a reforma propunha-se recuperar as finanças
η μεταρρύθμιση επιδίωκε να ανορθώσει τα δημόσια οικονομικά
8.
αποκαθιστώ
projeto que visa recuperar ex-delinquentes
πρότζεκτ που στοχεύει να αποκαταστήσει πρώην εγκληματίες
9.
αποθεραπεύω
foi aquele médico que conseguiu recuperar o doente
εκείνος ο γιατρός κατάφερε να αποθεραπεύσει τον ασθενή
10.
ξεπερνώ [de, -]
o comboio ainda não recuperou do atraso inicial
το τρένο ακόμα δεν ξεπέρασε την αρχική καθυστέρηση
11.
συνέρχομαι [de, από], ξεπερνώ [de, -]
custou-lhe a recuperar daquele falhanço
δεν ήταν εύκολο να συνέλθει από εκείνη την αποτυχία
nunca recuperou daquele desgosto
ποτέ δεν συνήλθε από εκείνη την πίκρα
verbo intransitivo
1.
αναρρώνω, συνέρχομαι
nunca mais recuperou totalmente da pneumonia
ποτέ δεν ανέρρωσε πλήρως από την πνευμονία
tinha a saúde muito abalada, mas recuperou
είχε πολύ κλονισμένη την υγεία του, αλλά ανέρρωσε
2.
ανακάμπτω
o aluno esforçou-se muito, e recuperou
ο μαθητής προσπάθησε πολύ, και ανέκαμψε
3.
ανακάμπτω, ορθοποδώ
medidas que fizeram recuperar a economia
μέτρα που έκαναν την οικονομία να ορθοποδήσει
Porto Editora – recuperar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-28 05:52:12]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
terreno recuperado
ανακτημένη γη
DIREITO
fixação das despesas recuperáveis
προσδιορισμός των αποδοτέων δικαστικών εξόδων
ECONOMIA
valor por que o emissor recuperou as obrigações convertíveis
αξία στην οποία ο εκδότης αντάλλαξε τις μετατρέψιμες ομολογίες
VER +