refazer

re.fa.zer
ʀəfɐˈzer
verbo transitivo
2.
ξανακάνω, ξαναφτιάχνω
o miúdo desfez o puzzle, e refê-lo
το παιδί χάλασε το παζλ και το ξανάκανε
refazer um plano de trabalho
ξανακάνω ένα πλάνο εργασίας
3.
ξαναφτιάχνω
refez a sua vida, mas nunca se recompôs totalmente daquela ferida
ξαναέφτιαξε τη ζωή της, μα ποτέ δεν συνήλθε εντελώς από εκείνη την πληγή
4.
ξαναστρώνω
tirou a roupa da cama, e refê-la
έβγαλε τα στρωσίδια από το κρεβάτι, και το ξανάστρωσε
5.
συνεφέρνω
o café forte não chegou para o refazer
ο δυνατός καφές δεν μπόρεσε να τον συνεφέρει
Como referenciar: Porto Editora – refazer no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-18 19:27:12]. Disponível em