reformar

re.for.mar
ʀəfurˈmar
verbo transitivo
1.
μεταρρυθμίζω
reformar o sistema judicial
μεταρρυθμίζω το δικαστικό σύστημα
2.
αναμορφώνω
reformar os costumes
αναμορφώνω τα ήθη
3.
αναμορφώνω, αναπλάθω
reformar um bairro habitacional
αναπλάθω μια ζώνη κατοίκησης
4.
ανασχηματίζω
reformar o gabinete de ministros
ανασχηματίζω το κυβερνητικό σχήμα
5.
(comércio) αντικαθιστώ
reformar uma letra de câmbio
αντικαθιστώ ένα γραμμάτιο
6.
συνταξιοδοτώ, βάζω στη σύνταξη
reformar (alguém) por ter atingido o limite de idade
συνταξιοδοτώ (κάποιον) επειδή έφτασε στο όριο ηλικίας
7.
figurado, coloquial βάζω στην άκρη, αχρηστεύω
acho que já posso reformar estes sapatos, estão mesmo velhos!
νομίζω ότι μπορώ πια να αχρηστεύσω αυτά τα παπούτσια, είναι παμπάλαια!
Porto Editora – reformar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-30 20:47:00]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
programa de reforma do setor dos cereais
μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του τομέα των σιτηρών
incentivo à reforma antecipada
ενθάρρυνση της προσυνταξιοδότησης
reforma no setor da carne de ovino
αναθεώρηση του καθεστώτος που ισχύει στον τομέα του προβείου κρέατος, μεταρρύθμιση του τομέα πρόβειου κρέατος
ATIVIDADE POLÍTICA
Ministério da Agricultura e da Reforma Agrária
Υπουργείο Γεωργίας και Αγροτικής Μεταρρύθμισης
Secretário de Estado junto do Ministro da Reforma do Estado, encarregada da Descentralização
Υφυπουργός παρά τω Υπουργώ Κρατικής Μεταρρύθμισης, υπεύθυνη για την Αποκέντρωση
Partido Político Reformado
Πολιτικό Κόμμα Μεταρρύθμισης
ATIVIDADE POLÍTICA, QUESTÕES SOCIAIS, EMPREGO E TRABALHO
regime de reforma flexível
ελαστική συνταξιοδότηση
VER +