registado

registada
adjetivo
2.
καταγραμμένος, καταγεγραμμένος, καταχωρημένος
propriedade registada no cadastro
ιδιοκτησία καταχωρημένη στο κτηματολόγιο
3.
καταχωρημένος, κατατεθειμένος
patente registada
κατατεθειμένη πατέντα
4.
δηλωμένος, εγγεγραμμένος
criança registada no consulado de um país
παιδί εγγεγραμμένο στο προξενείο μιας χώρας
5.
συστημένος
foi ao correio levantar uma carta registada
πήγε στο ταχυδρομείο να παραλάβει μια συστημένη επιστολή
marca registada
σήμα κατατεθέν
registado
forma do verbo registar
particípio passado de registar
Porto Editora – registado no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-24 15:56:06]. Disponível em