remodelar

re.mo.de.lar
ʀəmudəˈlar
verbo transitivo
1.
ανακαινίζω
gastou uma fortuna para remodelar a casa
ξόδεψε τα μαλλιά της κεφαλής του για να ανακαινίσει το σπίτι
recentemente, a insígnia desta instituição foi remodelada
πρόσφατα, το έμβλημα αυτού του ιδρύματος ανακαινίστηκε
2.
αναπλάθω, αναπλάσσω, αναμορφώνω
remodelar uma praça
αναπλάθω μια πλατεία
3.
ανασχηματίζω
o primeiro-ministro remodelou o seu gabinete
ο πρωθυπουργός ανασχημάτισε την κυβέρνησή του
4.
αναδιαμορφώνω, αναμορφώνω
remodelar uma empresa, seguindo o padrão de uma outra
αναδιαμορφώνω μια επιχείρηση, ακολουθώντας το μοντέλο μιας άλλης
5.
μεταπλάθω, μεταπλάσσω
crê que ainda se vai a tempo de remodelar o miúdo
πιστεύει πως υπάρχει ακόμα καιρός για να μεταπλαστεί το παιδί
Porto Editora – remodelar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 20:35:11]. Disponível em