remodelar

re.mo.de.lar
ʀəmudəˈlar
verbo transitivo
2.
αναπλάθω, αναπλάσσω, αναμορφώνω
remodelar uma praça
αναπλάθω μια πλατεία
3.
ανασχηματίζω
o primeiro-ministro remodelou o seu gabinete
ο πρωθυπουργός ανασχημάτισε την κυβέρνησή του
4.
αναδιαμορφώνω, αναμορφώνω
remodelar uma empresa, seguindo o padrão de uma outra
αναδιαμορφώνω μια επιχείρηση, ακολουθώντας το μοντέλο μιας άλλης
5.
μεταπλάθω, μεταπλάσσω
crê que ainda se vai a tempo de remodelar o miúdo
πιστεύει πως υπάρχει ακόμα καιρός για να μεταπλαστεί το παιδί
Como referenciar: Porto Editora – remodelar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-22 01:27:10]. Disponível em