renovar

re.no.var
ʀənuˈvar
verbo transitivo
1.
ανανεώνω
ela gosta de renovar o seu guarda-roupa
της αρέσει να ανανεώνει τη γκαρνταρόμπα της
foi ele quem renovou a pintura nacional
αυτός ανανέωσε την εγχώρια ζωγραφική
renovar anualmente um contrato
ανανεώνω ετησίως μια σύμβαση
renovar o filtro de um exaustor
ανανεώνω το φίλτρο ενός απορροφητήρα
renovar o passaporte/bilhete de identidade
ανανεώνω το διαβατήριο/την ταυτότητα
renovar o passe mensal para os transportes
ανανεώνω τη μηνιαία κάρτα για τις συγκοινωνίες
renovou a água do aquário
ανανέωσε το νερό στη γυάλα
renovou a reserva de conservas que tem em casa
ανανέωσε το στοκ κονσερβών που έχει στο σπίτι
2.
ανανεώνω, αναζωογονώ
as férias renovaram-nos
οι διακοπές μας ανανέωσαν
3.
ανακαινίζω
renovar um edifício
ανακαινίζω ένα οικοδόμημα
4.
ανασχηματίζω
renovar um comité
ανασχηματίζω μια επιτροπή
5.
ενημερώνω
renovar os cadernos eleitorais
ενημερώνω τους εκλογικούς καταλόγους
6.
ανανεώνω, αναμορφώνω
renovar as instituições
ανανεώνω τους θεσμούς
renovar métodos de trabalho
αναμορφώνω μεθόδους εργασίας
7.
ανανεώνω, αναθερμαίνω
renovar laços de amizade
ανανεώνω δεσμούς φιλίας
8.
ανανεώνω, επαναλαμβάνω
renovar um pedido
επαναλαμβάνω μια παράκληση
renovar votos eclesiásticos
επαναλαμβάνω εκκλησιαστικούς όρκους
9.
αναζωπυρώνω
aquela atitude renovou as minhas dúvidas acerca da sua integridade
εκείνη η στάση αναζωπύρωσε τις αμφιβολίες μου σχετικά με την ακεραιότητά του
verbo intransitivo
1.
ανανεώνομαι
os cabelos vão renovando
τα μαλλιά σιγά-σιγά ανανεώνονται
2.
ανανεώνομαι, ξανανιώνω
com alguns dias de descanso, senti-me renovar
με λίγες μέρες ξεκούρασης, ένιωσα να ξανανιώνω
Porto Editora – renovar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-08 21:58:40]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA, FINANÇAS, ENERGIA
contrato relativo a fontes renováveis de energia
σύμβαση σχετικά με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας
ATIVIDADE POLÍTICA, UNIÃO EUROPEIA
consenso renovado sobre o alargamento
νέα ομοφωνία για τη διεύρυνση
CIÊNCIAS
abrolhamento / abrolhamento das gemas / brolho / desenvolvimento das gemas / gemulação / rebentação / renovo
άνθησις, μπουμπούκιασμα
VER +