reparar

re.pa.rar
ʀəpɐˈrar
verbo transitivo
1.
επισκευάζω, επιδιορθώνω
foi preciso reparar as falhas das paredes
χρειάστηκε να επιδιορθωθούν οι ρωγμές στους τοίχους
mandei o relógio a reparar
έστειλα το ρολόι να επιδιορθωθεί
reparar uma estrada
επισκευάζω ένα δρόμο
2.
επισκευάζω, αποκαθιστώ
reparar danos duma canalização
αποκαθιστώ ζημιές σε σωληνώσεις
reparar uma avaria
επισκευάζω μια βλάβη
3.
επανορθώνω, αποζημιώνω
ninguém me reparou pelos estragos
κανείς δεν με αποζημίωσε για τις φθορές
teve de reparar os prejuízos que causou aos clientes
υποχρεώθηκε να επανορθώσει τις ζημίες που προκάλεσε στους πελάτες του
4.
αποκαθιστώ, ανακτώ
sentou-se um bocado, para reparar energias
κάθισε λίγο, για να ανακτήσει τις δυνάμεις του
5.
αποκαθιστώ
reparar o mal feito (a alguém)
αποκαθιστώ το κακό που έκανα (σε κάποιον)
reparar uma injúria
αποκαθιστώ μια προσβολή
reparar um erro que teve consequências graves
αποκαθιστώ ένα λάθος που είχε σοβαρές επιπτώσεις
6.
παρατηρώ [em, -], προσέχω [em, -]
reparar nas distinções que diferenciam dois gémeos
προσέχω τις διαφορές που διαφοροποιούν δύο δίδυμους
7.
επικρίνω [em, -]
farta-se de reparar no que os outros dizem
δεν κάνει άλλο από το να επικρίνει όσα λένε οι άλλοι
8.
προσέχω [em, -]
não repare na desarrumação!
να μην προσέξετε την ακαταστασία!
ninguém reparou naquele entressorriso
κανείς δεν πρόσεξε εκείνο το αδιόρατο χαμόγελο
reparei num rapaz que estava à porta da loja
πρόσεξα ένα αγόρι που στεκόταν στην πόρτα του μαγαζιού
verbo intransitivo
1.
προσέχω
repara!
πρόσεξε!
repara bem onde pisas
πρόσεξε καλά που πατάς
reparaste se já afixaram os resultados do exame?
πρόσεξες αν έχουν τοιχοκολλήσει τα αποτελέσματα της εξέτασης;
2.
παρατηρώ, προσέχω
«o quadro está torto», reparou ele
"το κάδρο είναι στραβό", πρόσεξε εκείνος
reparei que ele estava preocupado
παρατήρησα ότι ήταν στεναχωρημένος
ANAGRAMAS
Porto Editora – reparar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 05:48:29]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
DIREITO
reparar um dano
αποκαθιστώ μία ζημιά
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
tempo médio para reparar / tempo médio para reparação
μέσος χρόνος επισκευής, μέσος χρόνος εργασιών επισκευής
INDÚSTRIA
solução para reparar
διορθωτικό διάλυμα
VER +