repelir

re.pe.lir
ʀəpəˈlir
verbo transitivo
1.
απωθώ
produto que repele os mosquitos
προϊόν που απωθεί τα κουνούπια
2.
απωθώ, αποκρούω
repelir o assalto dos sitiantes
αποκρούω την έφοδο των πολιορκητών
3.
απωθώ, αποδιώχνω
o cão abeirou-se dele, mas ele repeliu-o
το σκυλί τον πλησίασε, αλλά αυτός τον αποδίωξε
4.
απορρίπτω
o organismo repeliu aquele alimento
ο οργανισμός απέρριψε εκείνη την τροφή
5.
αποκρούω, απορρίπτω
repeli a ideia, considerando-a absurda
απέρριψα την ιδέα, θεωρώντας την παράλογη
repelir o auxílio (de alguém)
αποκρούω τη βοήθεια (κάποιου)
repeliu com veemência aquela acusação
απέκρουσε έντονα εκείνη την κατηγορία
6.
απωθώ
o azeite repele a água
το λάδι απωθεί το νερό
Porto Editora – repelir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-02 07:44:14]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
DIREITO, QUESTÕES SOCIAIS
princípio da não repulsão / proibição de expulsar e de repelir / proibição de repelir
απαγόρευση επαναπροώθησης, αρχή μη επαναπροώθησης
INDÚSTRIA
folga para o material repelido
προβλεπόμενη ανοχή μήκους λόγω περιμετρικής διογκώσεως των άκρων κατά την ηλεκτροσυγκόλληση αντιστάσεως άκρων δύο εξαρτημάτων