repor

re.por
ʀəˈpor
verbo transitivo
1.
ξαναβάζω, ξανατοποθετώ, επανατοποθετώ
consultou o dicionário e repô-lo no lugar
συμβουλεύτηκε το λεξικό και το ξανάβαλε στη θέση του
sirvo-me da manteiga, e depois reponho-a no frigorífico
παίρνω από το βούτυρο και μετά το ξαναβάζω στο ψυγείο
2.
επανατοποθετώ
repor exemplares de um livro nas livrarias
επανατοποθετώ αντίτυπα ενός βιβλίου στα ράφια των βιβλιοπωλείων
3.
ξαναβάζω, βάζω πίσω
quero repor esta quantia na conta dela
θέλω να ξαναβάλω αυτό το ποσό στο λογαριασμό της
tirou dinheiro da caixa, mas já o repôs
πήρε λεφτά από το ταμείο, αλλά ήδη το έχει βάλει πίσω
4.
ξαναβάζω, ξαναφορώ
tomou banho, e repôs os brincos
έκανε μπάνιο και ξαναφόρεσε τα σκουλαρίκια
5.
θέτω ξανά, ξαναβάζω
recuperar um quadro, repondo-o no estado primitivo
αποκαθιστώ έναν πίνακα, θέτοντάς τον ξανά στην αρχική του κατάσταση
6.
ξαναβάζω
derrapou, e foi preciso repor o carro na estrada
ντελαπάρισε και χρειάστηκε να ξαναβάλουν το αμάξι στο δρόμο
repor cartas em jogo
ξαναβάζω χαρτιά μέσα στο παιχνίδι
repor uma máquina a funcionar
ξαναβάζω μια μηχανή σε λειτουργία
7.
θέτω ξανά
é altura de repor a questão
είναι η στιγμή για να θέσουμε ξανά το ζήτημα
8.
ξανανεβάζω
repor uma peça em cena
ξανανεβάζω ένα θεατρικό
9.
ξαναδίνω, αποκαθιστώ
repor confiança nos mercados
ξαναδίνω εμπιστοσύνη στις αγορές
tentou repor alguma esperança naqueles desgraçados
προσπάθησε να ξαναδώσει ελπίδα σ' εκείνους τους δύστυχους
10.
αποκαθιστώ
repor a qualidade de um serviço
αποκαθιστώ την ποιότητα μιας υπηρεσίας
repor a segurança das ruas
αποκαθιστώ την ασφάλεια των δρόμων
ANAGRAMAS
Porto Editora – repor no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-28 12:31:01]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
repor em forma de impulsos
αναδημιουργία των παλμών
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO, INDÚSTRIA
repor no forno
επαναψήσιμο