reprimir

re.pri.mir
ʀəpriˈmir
verbo transitivo
1.
περιστέλλω, πατάσσω
reprimir a evasão fiscal
περιστέλλω την φοροδιαφυγή
reprimir o consumo de droga
πατάσσω την κατανάλωση ναρκωτικών
reprimir o terrorismo
πατάσσω την τρομοκρατία
2.
καταπνίγω
não consegui reprimir uma resposta acerba
δεν μπόρεσα να καταπνίξω μια δριμεία απάντηση
reprimir um sorriso
καταπνίγω ένα χαμόγελο
3.
καταστέλλω, καταπνίγω
a polícia interveio para reprimir a manifestação
η αστυνομία επενέβη για να καταστείλει τη διαδήλωση
reprimir distúrbios
καταστέλλω ταραχές
reprimir uma amotinação
καταπνίγω μια ανταρσία
4.
καταπιέζω
ele reprime os filhos
καταπιέζει πολύ τα παιδιά του
não devemos reprimir a personalidade dos outros
δεν πρέπει να καταπιέζουμε την προσωπικότητα των άλλων
5.
PSICOLOGIA
Porto Editora – reprimir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-29 05:52:29]. Disponível em