reprovar

re.pro.var
ʀəpruˈvar
verbo transitivo
2.
καταψηφίζω
qual dos partidos reprovou o diploma?
ποιο κόμμα καταψήφισε το νομοθέτημα;
reprovar uma proposta de lei
καταψηφίζω ένα νομοσχέδιο
3.
(exame) κόβω
o professor que me reprovou
ο καθηγητής που μ' έκοψε
reprovaram-no no exame para a carta
τον έκοψαν στην εξέταση για το δίπλωμα οδήγησης
verbo intransitivo
(exame) αποτυγχάνω, κόβομαι, δεν περνώ
ele reprovou no exame de Matemática
αυτός απέτυχε στην εξέταση των Μαθηματικών
Porto Editora – reprovar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-21 07:52:33]. Disponível em