repugnar

re.pug.nar
ʀəpuˈɡnar
verbo transitivo
1.
απεχθάνομαι, αποστρέφομαι, σιχαίνομαι
repugnar certos alimentos
αποστρέφομαι μερικά τρόφιμα
2.
απεχθάνομαι, αποστρέφομαι, σιχαίνομαι, απορρίπτω
repugnar a mentira e a fraude
σιχαίνομαι το ψέμα και την απάτη
repugno toda e qualquer forma de violência
απεχθάνομαι οποιαδήποτε μορφή βίας
verbo intransitivo
1.
αηδιάζω [a, -]
isso repugna-me
αυτό με αηδιάζει
não come certas coisas, porque lhe repugnam
δεν τρώει ορισμένα πράγματα, γιατί τον αηδιάζουν
os répteis repugnam a muita gente
τα ερπετά αηδιάζουν πολύ κόσμο
ver sangue repugnava-lhe
το να βλέπει αίμα την αηδίαζε
2.
προκαλώ αποστροφή [a, σε]
a quem não repugnaria tanta crueldade?
σε ποιον δεν θα προκαλούσε αποστροφή τόση ωμότητα;
não te repugna enganar um amigo?
δεν σου προκαλεί αποστροφή το να γελάσεις ένα φίλο;
repugna-lhe ter de recorrer a esses métodos
του προκαλεί αποστροφή το να πρέπει να ανατρέξει σε τέτοιες μεθόδους
3.
έχω αντίρρηση [a, σε]
não me repugna confessar que...
δεν έχω αντίρρηση στο να ομολογήσω ότι...
4.
αντίκειμαι [a, σε]
atitude que repugna ao bom senso
στάση που αντίκειται στη λογική
Porto Editora – repugnar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-17 10:01:55]. Disponível em