requintado

requintada
re.quin.ta.do
ʀəkĩˈtadu
adjetivo
1.
(pessoa) ραφινάτος, εκλεπτυσμένος
pessoa requintada
ραφινάτος άνθρωπος
2.
ραφιναρισμένος, εκλεπτυσμένος
admirei a decoração requintada da sala
θαύμασα τον εκλεπτυσμένο διάκοσμο της αίθουσας
aquele ambiente requintado encavacou-nos
εκείνη η ραφιναρισμένη ατμόσφαιρα μας κόμπλαρε
pessoa de gosto requintado
άνθρωπος με ραφιναρισμένο γούστο
ter maneiras requintadas
έχω ραφιναρισμένους τρόπους
3.
εκλεπτυσμένος
manjar de sabor requintado
έδεσμα εκλεπτυσμένης γεύσης
perfume de aroma requintado
άρωμα εκλεπτυσμένης ευωδιάς
4.
εξαίρετος
é um artista requintado
είναι ένας εξαίρετος καλλιτέχνης
um músico requintado
ένας εξαίρετος μουσικός
5.
εξεζητημένος
mentira requintada
εξεζητημένο ψέμα
requintado
forma do verbo requintar
particípio passado de requintar
Porto Editora – requintado no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 12:43:11]. Disponível em