reservar

re.ser.var
ʀəzərˈvar
verbo transitivo
2.
προορίζω, κρατώ αποκλειστικά
preferiram reservar uma entrada para o pessoal
προτίμησαν να κρατήσουν μια είσοδο αποκλειστικά για το προσωπικό
3.
κρατώ, κλείνω
reservaram uma mesa no seu restaurante preferido
κράτησαν ένα τραπέζι στο αγαπημένο τους εστιατόριο
reservou lugar numa carruagem-cama
έκλεισε θέση σ' ένα βαγκόν-λι
4.
επιφυλάσσω, παρέχω
a lei reserva a todos os mesmos direitos
ο νόμος παρέχει σε όλους τα ίδια δικαιώματα
o contrato reserva-nos a possibilidade de o rescindir a qualquer momento
η σύμβαση μας επιφυλάσσει τη δυνατότητα να την ακυρώσουμε ανά πάσα στιγμή
5.
επιφυλάσσω
a vida reserva-nos muitos desenganos
η ζωή μας επιφυλάσσει πολλές απογοητεύσεις
mal adivinhava ela o que o futuro lhe reservava
πού να μαντέψει αυτή τι της επιφύλασσε το μέλλον
ninguém pode saber o que a fortuna lhe reserva
κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι του επιφυλάσσει η μοίρα
reservaram aos atletas um acolhimento de heróis
επιφύλαξαν στους αθλητές μια ηρωική υποδοχή
reservar uma surpresa (a alguém)
επιφυλάσσω μια έκπληξη (σε κάποιον)
6.
κρατώ μυστικό
reservar dados confidenciais
κρατώ μυστικά απόρρητα στοιχεία
Porto Editora – reservar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-24 02:40:46]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
DIREITO
reservar a decisão para final
συνεξετάζω την αίτηση με την ουσία της υποθέσεως
obrigação de reservar aos consumidores uma parte do benefício
υποχρέωση προς μεταβίβαση της εξοικονόμησης κόστους
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
reservar um livro
βάζω στην άκρη βιβλίο, φυλάω βιβλίο
EMPRESAS E CONCORRÊNCIA
reservas de carvão, petróleo e gás natural
αποθέματα άνθρακα πετρελαίου και φυσικού αερίου
reservas de minerais metálicos
αποθέματα μεταλλικών ορυκτών
reservas de minerais não metálicos
αποθέματα μη μεταλλικών ορυκτών
VER +