resguardar

res.guar.dar
ʀəʒɡwɐrˈdar
verbo transitivo
1.
προφυλάσσω
colocou o vaso num recanto, para resguardar a planta do vento e do frio
έβαλε τη γλάστρα σε μια γωνιά, για να προφυλάξει το φυτό από τον αέρα και το κρύο
fez tudo para resguardar os filhos de más companhias
έκανε τα πάντα για να προφυλάσσει τα παιδιά του από τις κακές παρέες
não enviou o filho à escola, para o resguardar da epidemia
δεν έστειλε το παιδί της σχολείο, για να το προφυλάξει από την επιδημία
não podemos resguardar sempre os filhos da maldade dos outros
δεν μπορούμε να προφυλάσσουμε πάντα τα παιδιά μας από την κακία των άλλων
o sobretudo resguardava-o bem do frio
το παλτό τον προφύλασσε καλά από το κρύο
quando cozinha, põe sempre um avental, para resguardar a roupa
όταν μαγειρεύει, βάζει πάντα ποδιά, για να προφυλάσσει τα ρούχα της
resguardar (alguém) do perigo
προφυλάσσω (κάποιον) από τον κίνδυνο
2.
διαφυλάσσω, προφυλάσσω
as celebridades têm dificuldade em resguardar a sua vida privada
οι διασημότητες δυσκολεύονται να διαφυλάσσουν την ιδιωτική τους ζωή
3.
φυλάω, φυλάγω
resguarda algum dinheiro para uma necessidade
φυλάει λίγα χρήματα για μια ανάγκη
Porto Editora – resguardar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-27 08:20:54]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
disco de proteção  / placa de proteção  / resguardo protetor
προστατευτική ασπίδα
ATIVIDADE POLÍTICA, INDÚSTRIA
poste indicador / resguardo
στύλος σηματοδοτήσεως
ATIVIDADE POLÍTICA, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
resguardo protetor de chamas
αλεξίφλογος ασπίδα, προστατευτική ασπίδα
VER +