respirar

res.pi.rar
ʀəʃpiˈrar
verbo intransitivo
2.
αναπνέω
as plantas também respiram
και τα φυτά αναπνέουν
os peixes respiram pelas guelras
τα ψάρια αναπνέουν από τα βράγχια
respirar através da pele
αναπνέω από το δέρμα
verbo transitivo
1.
αναπνέω
respirar ar puro
αναπνέω καθαρό αέρα
uma atmosfera viciada, onde se respira sobretudo fumo
μια επιβαρυμένη ατμόσφαιρα, όπου αναπνέεις κυρίως καπνό
um doente que tem de respirar oxigénio
ένας ασθενής που πρέπει να αναπνέει οξυγόνο
2.
ακτινοβολώ, αποπνέω
respirar boa disposição
αποπνέω ευδιαθεσία
respirar saúde
ακτινοβολώ υγεία
3.
απολαμβάνω
ali, podia-se respirar liberdade
εκεί, μπορούσες να απολαμβάνεις την ελευθερία
respirar a plenos pulmões
παίρνω βαθιές ανάσες, ρουφώ άπληστα τον αέρα
respirar de alívio
ξανασαίνω από ανακούφιση
respirar fundo
ξανασαίνω, παίρνω βαθιά ανάσα
ANAGRAMAS
Como referenciar: Porto Editora – respirar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-23 22:37:56]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ENERGIA
amostragem ponderal das poeiras respiráveis
βαρυτιμετρική δειγματοληψία της αναπνεόμενης κόνεως
INDÚSTRIA
Não respirar as poeiras/fumos/gases/névoas/vapores/aerossóis.
Μην αναπνέετε σκόνη/ αναθυμιάσεις/ αέρια/ σταγονίδια/ ατμούς/ εκνεφώματα
Evitar respirar as poeiras/fumos/gases/névoas/vapores/aerossóis.
Aποφεύγετε να αναπνέετε σκόνη/ αναθυμιάσεις/ αέρια/ σταγονίδια/ ατμούς/ εκνεφώματα.
partículas respiráveis
Aναπνευστικά τεμαχίδια
MEIO AMBIENTE
aparelho de recolha de amostras de poeiras respiráveis
δειγματολήπτης αναπνεύσιμης σκόνης
VER +