Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais

favoritos
re.tar.da.doseparador fonéticaʀətɐrˈdadu
adjetivo
1.
επιβραδυμένος
crescimento retardado
επιβραδυμένη ανάπτυξη
2.
αργοπορημένος, καθυστερημένος
chegar retardado (a algum sítio)
φτάνω αργοπορημένος (κάπου)
retardado
particípio passado do verbo retardar

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • coal industry
    disparo retardado / tiro retardado
    el
    έκρηξη με επιβράδυνση, πυροδότηση με επιβράδυνση
  • electronics and electrical engineering
    canal retardado
    el
    κανάλι με καθυστέρηση
  • medical science
    efeito retardado
    el
    καθυστερημένη εκδήλωση μεταλλάξεως
  • coal industry
    disparo retardado / detonação retardada / rebentamento retardado
    el
    έκρηξη με επιβράδυνση
  • economic analysis
    indicador desfasado / indicador retardado
    el
    υστερούμενος δείκτης
  • coal industry / chemical compound
    detonador retardado
    el
    ηλεκτρικό καψύλλιο με επιβράδυνση
  • chemical compound / industrial structures
    efeito térmico diferido / efeito térmico retardado
    el
    Θερμική υστέρηση
  • chemical compound / industrial structures
    efeito elástico retardado / efeito elástico diferido
    el
    Eλαστική υστέρηση
  • communications
    operador de código retardado
    el
    χειρίστρια ετεροχρονισμένης κίνησης
  • earth sciences
    pré-arrefecedor de leito retardado
    el
    προψύκτης κλίνης επιβραδύνσεως
  • medical science / animal health
    hipersensibilidade retardada / hipersensibilidade de tipo retardado
    el
    τύπος καθυστερημένης υπερευαισθησίας
  • electronics and electrical engineering
    controlo automático de volume retardado
    el
    καθυστερημένος αυτόματος έλεγχος πλάτους
  • FINANCE
    efeito diferido da alta das taxas de juro / efeito retardado da alta das taxas de juro
    el
    με-χρονική-υστέρηση επιπτώσεις της αύξησης επιτοκίων..., επιπορευόμενες επιπτώσεις της αύξησης επιτοκίων
  • health
    pode provocar o desenvolvimento retardado do recém-nascido
    el
    ενδέχεται να προκαλέσει καθυστέρηση της ανάπτυξης του νεογνού
  • industrial structures
    ação retardada
    el
    καθυστερούμενη ενέργεια, επιβράδυνση, καθυστέρηση
  • earth sciences
    rutura retardada
    el
    καθυστερημένη διάσπαση
  • communications
    função retardada
    el
    συνάρτηση χρονυστέρησης
  • electronics and electrical engineering / mechanical engineering
    ignição retardada / atraso da ignição
    el
    καθυστερημένη ανάφλεξη
  • electronics and electrical engineering / mechanical engineering
    ignição retardada
    el
    καθυστερημένη ανάφλεξη
  • electronics and electrical engineering
    corrente retardada
    el
    ρεύμα βραδυπορείας
  • mechanical engineering
    explosão retardada
    el
    καθυστερημένη έκρηξη
  • earth sciences
    radiação retardada
    el
    καθυστερημένη ακτινοβολία
  • coal industry
    combustão retardada
    el
    καύση με επιβράδυνση
  • research / medical science
    toxicidade retardada / efeitos tóxicos retardados
    el
    όψιμη τοξικότητα, όψιμες τοξικές επιδράσεις
  • electronics and electrical engineering / earth sciences
    relé de ação retardada
    el
    ηλεκτρονόμος με χρονυστέρηση
  • information technology and data processing
    transferência retardada
    el
    ετεροχρονισμένη μεταφορά
  • communications / information technology and data processing
    alarme de ação retardada
    el
    συναγερμός βραδείας ενέργειας
  • medical science / health
    neurotoxicidade retardada
    el
    όψιμη νευροτοξικότητα
  • electronics and electrical engineering / earth sciences
    fusível de ação retardada
    el
    ασφάλεια με χρονυστέρηση
  • electronics and electrical engineering
    espoleta de ação retardada
    el
    επιβραδυντική μολυβδασφάλεια
  • ENVIRONMENT
    gases de escape retardados
    el
    καθυστερημένα αέρια απόβλητα
  • earth sciences
    sistema de leitos retardados
    el
    σύστημα κλίνης καθυστερήσεως
  • medical science
    separação retardada do cordão
    el
    μη έγκαιρη απολίνωση ομφαλίδος, μη έγκαιρη απολίνωση ομφαλίου λώρου
  • earth sciences
    aparelho de controlo para neutrões retardados / monitor de neutrões retardados
    el
    ανιχνευτής επιτηρήσεως καθυστερημένων νετρονίων
  • land transport / TRANSPORT
    mecanismo de libertação retardada
    el
    μηχανισμός χρονορύθμισης της άφεσης
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    disponibilidade retardada de nutrição
    el
    αργή απόδοση θρεπτικών στοιχείων
  • TRANSPORT / land transport / electronics and electrical engineering
    pedal eletromecânico de ação retardada / pedal eletromecânico de retardo
    el
    πέδιλο ηλεκτρομηχανικό βραδείας ενέργειας, ηλεκτρομηχανικό πέδιλο βραδείας ενέργειας
  • earth sciences
    rendimento de produção de neutrões retardados / taxa de produção de neutrões retardados
    el
    ποσοστό καθυστερημένων νετρονίων
  • medical science
    manifestação retardada de efeitos tóxicos / efeito tóxico tardio
    el
    ενδιάμεση ευθανασία πειραματοζώων, όψιμη εμφάνιση τοξικής δράσης
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – retardado no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-02-25 06:30:22]. Disponível em
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • coal industry
    disparo retardado / tiro retardado
    el
    έκρηξη με επιβράδυνση, πυροδότηση με επιβράδυνση
  • electronics and electrical engineering
    canal retardado
    el
    κανάλι με καθυστέρηση
  • medical science
    efeito retardado
    el
    καθυστερημένη εκδήλωση μεταλλάξεως
  • coal industry
    disparo retardado / detonação retardada / rebentamento retardado
    el
    έκρηξη με επιβράδυνση
  • economic analysis
    indicador desfasado / indicador retardado
    el
    υστερούμενος δείκτης
  • coal industry / chemical compound
    detonador retardado
    el
    ηλεκτρικό καψύλλιο με επιβράδυνση
  • chemical compound / industrial structures
    efeito térmico diferido / efeito térmico retardado
    el
    Θερμική υστέρηση
  • chemical compound / industrial structures
    efeito elástico retardado / efeito elástico diferido
    el
    Eλαστική υστέρηση
  • communications
    operador de código retardado
    el
    χειρίστρια ετεροχρονισμένης κίνησης
  • earth sciences
    pré-arrefecedor de leito retardado
    el
    προψύκτης κλίνης επιβραδύνσεως
  • medical science / animal health
    hipersensibilidade retardada / hipersensibilidade de tipo retardado
    el
    τύπος καθυστερημένης υπερευαισθησίας
  • electronics and electrical engineering
    controlo automático de volume retardado
    el
    καθυστερημένος αυτόματος έλεγχος πλάτους
  • FINANCE
    efeito diferido da alta das taxas de juro / efeito retardado da alta das taxas de juro
    el
    με-χρονική-υστέρηση επιπτώσεις της αύξησης επιτοκίων..., επιπορευόμενες επιπτώσεις της αύξησης επιτοκίων
  • health
    pode provocar o desenvolvimento retardado do recém-nascido
    el
    ενδέχεται να προκαλέσει καθυστέρηση της ανάπτυξης του νεογνού
  • industrial structures
    ação retardada
    el
    καθυστερούμενη ενέργεια, επιβράδυνση, καθυστέρηση
  • earth sciences
    rutura retardada
    el
    καθυστερημένη διάσπαση
  • communications
    função retardada
    el
    συνάρτηση χρονυστέρησης
  • electronics and electrical engineering / mechanical engineering
    ignição retardada / atraso da ignição
    el
    καθυστερημένη ανάφλεξη
  • electronics and electrical engineering / mechanical engineering
    ignição retardada
    el
    καθυστερημένη ανάφλεξη
  • electronics and electrical engineering
    corrente retardada
    el
    ρεύμα βραδυπορείας
  • mechanical engineering
    explosão retardada
    el
    καθυστερημένη έκρηξη
  • earth sciences
    radiação retardada
    el
    καθυστερημένη ακτινοβολία
  • coal industry
    combustão retardada
    el
    καύση με επιβράδυνση
  • research / medical science
    toxicidade retardada / efeitos tóxicos retardados
    el
    όψιμη τοξικότητα, όψιμες τοξικές επιδράσεις
  • electronics and electrical engineering / earth sciences
    relé de ação retardada
    el
    ηλεκτρονόμος με χρονυστέρηση
  • information technology and data processing
    transferência retardada
    el
    ετεροχρονισμένη μεταφορά
  • communications / information technology and data processing
    alarme de ação retardada
    el
    συναγερμός βραδείας ενέργειας
  • medical science / health
    neurotoxicidade retardada
    el
    όψιμη νευροτοξικότητα
  • electronics and electrical engineering / earth sciences
    fusível de ação retardada
    el
    ασφάλεια με χρονυστέρηση
  • electronics and electrical engineering
    espoleta de ação retardada
    el
    επιβραδυντική μολυβδασφάλεια
  • ENVIRONMENT
    gases de escape retardados
    el
    καθυστερημένα αέρια απόβλητα
  • earth sciences
    sistema de leitos retardados
    el
    σύστημα κλίνης καθυστερήσεως
  • medical science
    separação retardada do cordão
    el
    μη έγκαιρη απολίνωση ομφαλίδος, μη έγκαιρη απολίνωση ομφαλίου λώρου
  • earth sciences
    aparelho de controlo para neutrões retardados / monitor de neutrões retardados
    el
    ανιχνευτής επιτηρήσεως καθυστερημένων νετρονίων
  • land transport / TRANSPORT
    mecanismo de libertação retardada
    el
    μηχανισμός χρονορύθμισης της άφεσης
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    disponibilidade retardada de nutrição
    el
    αργή απόδοση θρεπτικών στοιχείων
  • TRANSPORT / land transport / electronics and electrical engineering
    pedal eletromecânico de ação retardada / pedal eletromecânico de retardo
    el
    πέδιλο ηλεκτρομηχανικό βραδείας ενέργειας, ηλεκτρομηχανικό πέδιλο βραδείας ενέργειας
  • earth sciences
    rendimento de produção de neutrões retardados / taxa de produção de neutrões retardados
    el
    ποσοστό καθυστερημένων νετρονίων
  • medical science
    manifestação retardada de efeitos tóxicos / efeito tóxico tardio
    el
    ενδιάμεση ευθανασία πειραματοζώων, όψιμη εμφάνιση τοξικής δράσης
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – retardado no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-02-25 06:30:22]. Disponível em
Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais