retirar

re.ti.rar
ʀətiˈrar
verbo transitivo
1.
βγάζω
abriu as gavetas, e retirou tudo o que nelas estava contido
άνοιξε τα συρτάρια, και έβγαλε όλα όσα υπήρχαν σ' αυτά
retirei os documentos da pasta, para os examinar
έβγαλα τα έγγραφα από το φάκελο, για να τα εξετάσω
retirou o carro da garagem
έβγαλε το αμάξι από το γκαράζ
2.
βγάζω, τραβώ, μαζεύω
acabaram por retirar as barricadas das ruas
τελικά, έβγαλαν τα οδοφράγματα
mergulhou a mão na água fria, mas logo a retirou
βούτηξε το χέρι στο κρύο νερό, αλλά το τράβηξε αμέσως
retiraram o tronco que atravancava o caminho
τράβηξαν τον κορμό που εμπόδιζε το δρόμο
3.
βγάζω, εξάγω, παίρνω
retirar mármore de uma pedreira
βγάζω μάρμαρο από λατομείο
um engenho para retirar água dos poços
ένα μηχάνημα που εξάγει νερό από τα πηγάδια
4.
βγάζω, εξάγω
retiraram-lhe o apêndice
του έβγαλαν τη σκωληκοειδή απόφυση
retirar uma bala do corpo (de alguém)
εξάγω σφαίρα από το σώμα (κάποιου)
5.
βγάζω, τραβώ, αποσύρω
teve que retirar dinheiro do banco
υποχρεώθηκε να τραβήξει λεφτά από την τράπεζα
6.
βγάζω, παίρνω
retiraram-lhe sangue para as análises
του έβγαλαν αίμα για εξετάσεις
retiraram o filho daquela escola e puseram-no num colégio
πήραν το παιδί τους από εκείνο το σχολείο, και το έβαλαν σε κολέγιο
7.
βγάζω, ελευθερώνω
pagaram um resgate para retirar o pai do cativeiro
πλήρωσαν λύτρα για να βγάλουν τον πατέρα τους από την αιχμαλωσία
8.
αποσύρω
retirar alimentos do mercado
αποσύρω τρόφιμα από την αγορά
retirar capitais de um empreendimento
αποσύρω κεφάλαια από μια επιχείρηση
retirar tropas de um posto avançado
αποσύρω στρατεύματα από έναν προμαχώνα
retirar uma proposta
αποσύρω πρόταση
retirar uma queixa
αποσύρω μια μήνυση
9.
αντλώ
retirar prazer de uma ocupação
αντλώ ευχαρίστηση από μια ενασχόληση
retirar uma lição duma fábula
αντλώ ένα δίδαγμα από ένα μύθο
10.
βγάζω, αφαιρώ
raspou a parede, para retirar a tinta
έξυσε τον τοίχο, για να βγάλει τη μπογιά
retira o leite em excesso com uma mamadeira
βγάζει το επιπλέον γάλα με θήλαστρο
retirou o sublinhado da frase
έβγαλε την υπογράμμιση από την πρόταση
retirou todos os resquícios de cola
αφαίρεσε όλα τα υπολείμματα κόλλας
11.
βγάζω, αφαιρώ, εξαφανίζω
produto que retira nódoas de gordura
προϊόν που αφαιρεί λεκέδες από λίπους
umas horas de sono retiraram-lhe toda a fadiga
λίγες ώρες ύπνου εξαφάνισαν όλη την κούρασή του
12.
αποσύρω, αφαιρώ
retirar a confiança a (alguém)
αποσύρω την εμπιστοσύνη μου από (κάποιον)
retirar um assunto da alçada (de alguém)
αφαιρώ ένα ζήτημα από την αρμοδιότητα (κάποιου)
13.
αποσύρω, αναιρώ, ανακαλώ
eu retiro o que disse
ανακαλώ όσα είπα
retirar uma promessa
αποσύρω μια υπόσχεση
14.
ανακαλώ, βγάζω
o ministro retirou-o daquele posto
ο υπουργός τον ανακάλεσε από εκείνη τη θέση
retirar um embaixador
ανακαλώ έναν πρέσβη
ANAGRAMAS
Porto Editora – retirar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 10:42:22]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
retirar o pecíolo à fruta
κορφολόγημα
prémio por hectare retirado
πριμοδότηση ανά εκτάριο που παύει να καλλιεργείται
peixe não retirado do mercado
ψάρι που δεν αποσύρθηκε από την αγορά
ATIVIDADE POLÍTICA, INDÚSTRIA
ato de retirar água
απόληψη νερού από τον ταμιευτήρα
CIÊNCIAS, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
psoas retirado do tecido adiposo
μυς της ψόας απαλλαγμένος από τους λιπαρούς ιστούς
VER +