retomar

re.to.mar
ʀətuˈmar
verbo transitivo
1.
επανακτώ, ανακαταλαμβάνω
retomar uma cidade
επανακτώ μια πόλη
2.
ξαναπαίρνω, ξαναπιάνω
retomou a caneca e bebeu mais um sorvo
ξανάπιασε το κύπελλο και πήρε μια ακόμη ρουφηξιά
3.
ξαναπαίρνω
a equipa que retomou o título
η ομάδα που ξαναπήρε τον τίτλο
à noite, retoma o metro para regressar a casa
το βράδυ, ξαναπαίρνει το μετρό για να επιστρέψει σπίτι
depois de beber um café, retomei o caminho
αφού ήπια έναν καφέ, ξαναπήρα το δρόμο
depois do intervalo, os espectadores retomaram os seus lugares
μετά το διάλειμμα, οι θεατές ξαναπήραν τις θέσεις τους
esteve doente, mas já retomou as suas cores normais
ήταν άρρωστος, αλλά ξαναπήρε πλέον το κανονικό του χρώμα
não quis retomar o cargo
δεν θέλησε να ξαναπάρει τη θέση
o melhor seria retomares a autoestrada
το καλύτερο θα ήταν να ξαναπάρεις τον αυτοκινητόδρομο
retomar a palavra
ξαναπαίρνω το λόγο
4.
ξαναπιάνω, ξαναρχίζω
retomar a leitura
ξαναρχίζω το διάβασμα
retomar conversações
ξαναπιάνω συνομιλίες
retomar um assunto
ξαναπιάνω ένα θέμα
retomar uma tarefa/ocupação
ξαναρχίζω μια δουλειά/ενασχόληση
5.
ξαναπιάνω, αποκαθιστώ
durante anos não sabiam um do outro, mas depois retomaram contacto
για χρόνια δεν έμαθε ο ένας για τον άλλο, αλλά μετά αποκατέστησαν επαφή
6.
ξαναναλαμβάνω
já retomou as suas obrigações
έχει ξαναναλάβει τα καθήκοντά του
7.
επανέρχομαι [σε]
retomo a afirmação antecedente
επανέρχομαι στον πρότερο ισχυρισμό
Porto Editora – retomar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-01 16:22:47]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
retomar do diálogo político
επανάληψη του πολιτιστικού διαλόγου
DIREITO, QUESTÕES SOCIAIS
retoma a cargo de um requerente de asilo
εκ νέου ανάληψη αιτούντος άσυλο
ECONOMIA
retoma generalizada do crescimento da economia
γενικευμένη ανάκαμψη της οικονομίας
VER +