retroceder

re.tro.ce.der
ʀətrusəˈder
verbo intransitivo
2.
οπισθοδρομώ, παλινδρομώ
às vezes, as sociedades em vez de avançar, retrocedem
καμιά φορά, οι κοινωνίες αντί να προχωρήσουν, οπισθοδρομούν
3.
κάνω πίσω, υπαναχωρώ
retroceder num propósito
κάνω πίσω σ' ένα σκοπό
verbo transitivo
κάνω πίσω
retrocedi uns passos
έκανα πίσω μερικά βήματα
Porto Editora – retroceder no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 05:04:09]. Disponível em