reverter

re.ver.ter
ʀəvərˈter
verbo transitivo
2.
αντιστρέφω
reverter o movimento de um corpo
αντιστρέφω την κίνηση ενός σώματος
3.
αναστρέφω
com uma manobra habilidosa, conseguiu reverter a situação a seu favor
μ' ένα επιδέξιο ελιγμό, κατάφερε να αναστρέψει την κατάσταση υπέρ του
4.
μεταστρέφω [em, σε]
conseguiu reverter a antipatia em simpatia
κατάφερε να μεταστρέψει την αντιθάπεια σε συμπάθεια
5.
δίδομαι πίσω [a, σε]
a casa reverteu ao beneficiário do testamento
το σπίτι δόθηκε πίσω στο δικαιούχο της διαθήκης
6.
καταλήγω
a situação reverteu a favor dele
η κατάσταση κατέληξε υπέρ του
7.
αποδίδομαι [para/a favor de, σε]
a quantia reverteu para o Estado
το ποσό αποδόθηκε στο κράτος
os donativos reverteram a favor de uma instituição de beneficência
οι δωρεές αποδόθηκαν σε ένα αγαθοεργό ίδρυμα
8.
επιστρέφω [a, σε]
reverter à situação inicial
επιστρέφω στην αρχική κατάσταση
verbo intransitivo
1.
αντιστρέφομαι
um movimento que reverteu
μια κίνηση που αντιστράφηκε
2.
αναστρέφομαι
felizmente, o clima desfavorável reverteu
ευτυχώς, το δυσμενές κλίμα αναστράφηκε
Porto Editora – reverter no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 15:49:31]. Disponível em