rico

rica
ri.co
ˈʀiku
adjetivo
1.
πλούσιος
alimentos ricos em vitamina A
τροφές πλούσιες σε βιταμίνη Α
consta que ele é rico
λέγεται ότι είναι πλούσιος
decoração rica e de bom gosto
πλούσιος και καλόγουστος διάκοσμος
gente rica, cujos filhos são ensinados por um precetor
πλούσιοι άνθρωποι, που τα παιδιά τους διδάσκονται από έναν παιδαγωγό
países ricos e países pobres
πλούσιες και φτωχές χώρες
planície rica
πλούσια πεδιάδα
região rica em matérias-primas
περιοχή πλούσια σε πρώτες ύλες
2.
υπέροχος
que rica casa eles têm!
τι υπέροχο σπίτι έχουν αυτοί!
que ricas férias tivemos!
τι υπέροχες διακοπές είχαμε!
um rico jantar
ένα υπέροχο γεύμα
3.
πολυαγαπημένος
quando verei de novo o meu rico filho?
πότε θα δω ξανά τον πολυαγαπημένο γιο μου;
4.
πολύτιμος
muito ele cuidava da sua rica saúde!
πόσο φρόντιζε αυτός την πολύτιμη υγεία του!
nome masculino, feminino
πλούσιος
ricos e pobres
πλούσιοι και φτωχοί
podre de rico
ζάπλουτος, βαθύπλουτος
ANAGRAMAS
Porto Editora – rico no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 01:06:26]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
leite evaporado rico em matéria gorda, leite evaporado não açucarado rico em matéria gorda
γάλα συμπυκνωμένο μη ζαχαρούχο πλούσιο σε λιπαρά, γάλα συμπυκνωμένο πλούσιο σε λιπαρά
faial rico em epifitas
δάσος οξυάς πλούσιο σε επίφυτα
leite rico em caseína
καζεϊνικό γάλα, καζεϊνόγαλα
AGROALIMENTAR
leite em pó parcialmente desnatado / leite em pó rico em matéria gorda / leite meio-gordo em pó / leite parcialmente desnatado em pó
γάλα μερικώς αποβουτυρωμένο σε σκόνη, γάλα μερικώς αποκορυφωμένο σε σκόνη, γάλα σε σκόνη μερικώς αποκορυφωμένο, ημιαποβουτυρωμένο γάλα σε σκόνη, κόνις γάλακτος μερικώς αποκορυφωμένου, σκόνη γάλακτος μερικώς αποκορυφωμένου
leite em pó rico em matéria gorda
γάλα σε σκόνη,πλούσιο σε λιπαρά, σκόνη γάλακτος πλούσιου σε λιπαρά
leite evaporado rico em matéria gorda
συμπυκνωμένο γάλα πλούσιο σε λιπαρά
ATIVIDADE POLÍTICA, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
Convenção de Antígua / Convenção para o Reforço da Comissão Interamericana do Atum Tropical estabelecida pela Convenção de 1949 entre os Estados Unidos da América e a República da Costa Rica
Σύμβαση για την ενίσχυση της παναμερικανικής επιτροπής τροπικού τόνου που ιδρύθηκε βάσει της σύμβασης του 1949 μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Δημοκρατίας της Κόστα Ρίκα, Σύμβαση της Αντίγκουα
VER +