rodear

ro.de.ar
ʀuˈdjar
verbo transitivo
1.
περιβάλλω
o invólucro que rodeia uma semente
το περίβλημα που περιβάλλει ένα σπόρο
os perigos que nos rodeiam
οι κίνδυνοι που μας περιβάλλουν
rodeou-nos de atenções inusitadas
μας περιέβαλε με ασυνήθιστες περιποιήσεις
rodeou o doente de cuidados
περιέβαλε τον άρρωστο με φροντίδες
2.
περιβάλλω, περικυκλώνω, περιστοιχίζω
alheou-se do que o rodeava
αφαιρέθηκε από αυτά που τον περιέβαλλαν
uma multidão de fãs rodeou-a
ένα πλήθος από θαυμαστές την περικύκλωσε
3.
περιβάλλω, περιστοιχίζω, περιτριγυρίζω, τριγυρίζω, περικυκλώνω
exteriormente, o espaço era rodeado de árvores
εξωτερικά, ο χώρος περιβαλλόταν από δέντρα
rodeou a casa de um muro alto
περικύκλωσε το σπίτι με μια ψηλή μάντρα
4.
περιβάλλω, περιζώνω, ζώνω
rodear uma cidade de muralhas
ζώνω μια πόλη με τείχη
5.
παρακάμπτω, κάνω το γύρο
o carro rodeou o obstáculo e seguiu em frente
το αμάξι παρέκαμψε το εμπόδιο και προχώρησε μπροστά
teve de rodear o jardim para chegar a casa do amigo
υποχρεώθηκε να κάνει το γύρο του κήπου για να φτάσει στο σπίτι του φίλου του
6.
figurado περιβάλλω, περιστοιχίζω
morreu rodeado de toda a família
πέθανε περιστοιχισμένος από όλη την οικογένεια
rodeou os filhos de bons professores
περιέβαλε τα παιδιά του με καλούς δασκάλους
7.
figurado περιβάλλω, τυλίγω
a escuridão rodeava tudo
το σκοτάδι τύλιγε τα πάντα
8.
figurado παρακάμπτω
rodear um problema
παρακάμπτω ένα πρόβλημα
ANAGRAMAS
Porto Editora – rodear no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-27 23:57:32]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
INDÚSTRIA
serra de rodear
πριόνι εναλλασσόμενης ενέργειας για περιτόρνευση
um cordão da ferrite rodeia a perlite
ο φερρίτης περιβάλλει τον περλίτη υπό μορφή πλέγματος
uma rede ledeburítica rodeia os cristais de austenite primária
λεδεβουριτικό δίκτυο περιβάλλει τους κρυστάλλους πρωτογενούς ωστενίτου