roubar

rou.bar
ʀo(w)ˈbar
verbo transitivo
1.
κλέβω
acha que o professor o roubou na avaliação
πιστεύει ότι ο καθηγητής τον έκλεψε στην αξιολόγησή του
aproveitar um descuido (de alguém) para o roubar
επωφελούμαι μιας απροσεξίας (κάποιου) για να τον κλέψω
dizem que rouba os clientes
λένε πως κλέβει τους πελάτες του
roubaram-lhe as economias
του έκλεψαν το κομπόδεμα
roubaram-me a carteira
μου έκλεψαν το πορτοφόλι
roubaram-no em plena rua
τον έκλεψαν καταμεσής στο δρόμο
roubar uma ideia (a alguém)
κλέβω μια ιδέα (σε κάποιον)
roubar um beijo a uma rapariga
κλέβω ένα φιλί από ένα κορίτσι
roubou os irmãos nas partilhas
έκλεψε τα αδέλφια του στη μοιρασιά της κληρονομιάς
se não te acautelas, ainda te roubam a mulher
αν δεν προσέξεις, μπορεί να σου κλέψουν τη γυναίκα σου
2.
ληστεύω
sacaram das armas e roubaram o banco
τράβηξαν τα όπλα και λήστεψαν την τράπεζα
3.
ξεκλέβω
roubei algumas horas ao descanso para...
ξέκλεψα μερικές ώρες από την ξεκούρασή μου για να...
4.
παίρνω
não te quero roubar mais tempo
δεν θέλω να σου πάρω άλλο χρόνο
ninguém me rouba as esperanças
κανείς δεν παίρνει τις ελπίδες μου
5.
κλέβω [em, σε]
roubou nas contas da empresa
έκλεψε στους λογαριασμούς της εταιρείας
roubar no peso
κλέβω στο ζύγι
verbo intransitivo
κλέβω
a fome impeliu-o a roubar
η πείνα τον εξανάγκασε να κλέψει
foi apanhado a roubar
τον έπιασαν να κλέβει
Porto Editora – roubar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 13:45:41]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
garantia contra o roubo / proteção contra o roubo
προστασία από την κλοπή
DIREITO
roubo / roubo com violência
ληστεία
roubo à mão armada
ένοπλη κλοπή, ένοπλη ληστεία και κλοπή
DIREITO, EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
roubo de tempo de computador
κλοπή χρόνου μηχανής
medida de proteção contra roubo
α)μέτρα προστασίας κατά κλοπής, β)προστασία από καταστροφές
VER +