salvar

sal.var
saɫˈvar
verbo transitivo
1.
σώζω
aquela reação fulgurante salvou-lhe a vida
εκείνη η κεραυνοβόλα αντίδραση του έσωσε τη ζωή
a sua intervenção salvou a situação
με την επέμβασή του έσωσε την κατάσταση
deitou-se ao mar para salvar a criança
ρίχτηκε στη θάλασσα για να σώσει το παιδί
estou perdido, nada me salva!
είμαι χαμένος, τίποτα δε με σώζει!
já nem um messias nos salva!
πια, ούτε ένας μεσσίας δεν μας σώζει!
o vigor da resistência salvou a cidade
η σθεναρότητα της αντίστασης έσωσε την πόλη
salvar um navio
σώζω ένα πλοίο
2.
διασώζω
salvar a honra
διασώζω την τιμή μου
3.
λυτρώνω, σώζω
a fé salva
η πίστη σώζει
Deus vos salve!
ο Θεός να σας σώσει!
Jesus Cristo veio salvar a humanidade
ο Χριστός ήρθε να λυτρώσει την ανθρωπότητα
4.
χαιρετώ
salvou-nos com um aceno de cabeça
μας χαιρέτησε μ' ένα νεύμα του κεφαλιού
salvar a pele
σώζω το τομάρι μου
salvar as aparências
τηρώ/κρατώ τα προσχήματα
ANAGRAMAS
Porto Editora – salvar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-27 04:42:47]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
pistola e revólver com cartuchos de salva
πιστόλι και περίστροφο με ακίνδυνα φυσσίγγια
FINANÇAS
benefício do salvado
μετά την αποζημίωση η ασφαλιστική εταιρία αποκτά κυριότητα στο περιουσιακό στοιχείο που απομένει
livre de avaria particular salvo se
κάλυψη ελεύθερα μερικής αβαρίας εκτός αν το πλοίο προσαράξει
QUESTÕES SOCIAIS
medicamento que salva vidas humanas
φάρμακο που σώζει ανθρώπινες ζωές
botão de pé de salva
κουμπί κολλάρου
VER +