sanear

sa.ne.ar
sɐˈnjar
verbo transitivo
εξυγιαίνω
sanear as finanças dum país
εξυγιαίνω τα οικονομικά μιας χώρας
sanear a situação económica de uma empresa
εξυγιαίνω την οικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης
sanear o mecanismo de Estado de elementos reacionários
εξυγιαίνω την κρατική μηχανή από αντιδραστικά στοιχεία
sanear uma zona degradada da cidade
εξυγιαίνω μια υποβαθμισμένη περιοχή της πόλης
ANAGRAMAS
Porto Editora – sanear no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 00:18:52]. Disponível em