semblante

sem.blan.te
sẽˈblɐ̃t(ə)
nome masculino
2.
όψη feminino , παρουσιαστικό neutro , χαρακτηριστικά neutro,plural
ao saber da desgraça, o seu semblante nublou-se
μαθαίνοντας τη συμφορά, η όψη του σκοτείνιασε
a tristeza enevoava-lhe o semblante
η θλίψη θόλωνε τα χαρακτηριστικά του
dir-se-ia que toda a sua espiritualidade se materializava no seu semblante
θα έλεγε κανείς ότι όλη του η πνευματικότητα έπαιρνε μορφή στο παρουσιαστικό του
o seu semblante apresentava uma lividez assustadora
η όψη του παρουσίαζε τρομακτική πελιδνότητα
Porto Editora – semblante no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-20 01:27:44]. Disponível em