sentido

sentida
sen.ti.do
sẽˈtidu
adjetivo
1.
αισθητός, αντιληπτός
sismo sentido em todo o país
σεισμός αισθητός σε όλη τη χώρα
2.
θιγμένος
fiquei muito sentido com as suas palavras
έμεινα πολύ θιγμένος με τα λόγια του
não há razão para ficares sentido
δεν υπάρχει λόγος για να μείνεις τόσο θιγμένος
3.
θλιμμένος
ficou muito sentida com a notícia da morte do amigo
έμεινε πολύ θλιμμένη με την είδηση του θανάτου του φίλου της
4.
ειλικρινής
lamentos sentidos, muito comovedores
ειλικρινείς οδυρμοί, πολύ συγκινητικοί
sentidos pêsames
ειλικρινή συλλυπητήρια
5.
παραπονιάρικος
choro sentido
παραπονιάρικο κλάμα
nome masculino
1.
αίσθηση feminino
conseguiu atordoar-lhe os sentidos
κατάφερε να αποχαυνώσει τις αισθήσεις του
excitação dos sentidos
διέγερση των αισθήσεων
falta-lhe o sentido das proporções
του λείπει η αίσθηση των αναλογιών
o olfato é um dos cinco sentidos
η όσφρηση είναι μια από τις πέντε αισθήσεις
órgãos dos sentidos
όργανα των αισθήσεων
sentido de equilíbrio
αίσθηση της ισορροπίας
sentido de orientação
αίσθηση του προσανατολισμού
2.
αίσθημα neutro , συναίσθηση feminino
sentido da responsabilidade
αίσθημα ευθύνης
sentido do dever
αίσθημα του καθήκοντος
ter o sentido do tempo e do espaço
έχω τη συναίσθηση του χρόνου και του τόπου
tinha um sentido natural das conveniências
διέθετε έμφυτο αίσθημα του πρέποντος
3.
νόημα neutro
esforçou-se por abarcar o sentido daquelas palavras
προσπάθησε να κατανοήσει το νόημα εκείνων των λέξεων
frase sem qualquer sentido
φράση χωρίς καθόλου νόημα
isso não faz sentido
αυτό δεν βγάζει νόημα
o que tu dizes não tem sentido
αυτό που λες δεν έχει νόημα
o sentido da vida
το νόημα της ζωής
se tirares o problema do contexto geral, deixa de ter sentido
αν βγάλεις το πρόβλημα από το γενικό πλαίσιο, παύει να έχει νόημα
só o trabalho dava sentido à sua vida
μόνο η εργασία έδινε νόημα στη ζωή του
4.
μυαλό neutro , νους
estás com o sentido nas horas?
έχεις το νου σου στην ώρα;
5.
αίσθηση feminino , πνεύμα neutro
sentido de humor
αίσθηση του χιούμορ
ter sentido crítico
έχω κριτικό πνεύμα
ter sentido realista
έχω ρεαλιστικό πνεύμα
6.
αίσθηση feminino , ευαισθησία feminino
educação do sentido artístico
καλλιέργεια της καλλιτεχνικής ευαισθησίας
ter sentido estético
έχω αίσθηση της αισθητικής
7.
αίσθηση feminino , μυαλό neutro
sentido prático
πρακτικό μυαλό
8.
προσοχή feminino , έγνοια feminino
é preciso teres sentido na criança, não vá ela cair
πρέπει να έχεις την έγνοια του παιδιού, για να μην πέσει
9.
κατεύθυνση feminino
a mota fez sinal de que ia mudar de sentido
το μηχανάκι έκανε σήμα ότι θα άλλαζε κατεύθυνση
em que sentido segue a estrada?
ποια κατεύθυνση ακολουθεί ο δρόμος;
estamos a trabalhar nesse sentido
εργαζόμαστε προς αυτή την κατεύθυνση
10.
κατεύθυνση feminino , φορά feminino
inverter o sentido dum movimento
αναστρέφω τη φορά μιας κίνησης
no sentido do comprimento
κατά τη φορά του μήκους
no sentido inverso
με αντίστροφη κατεύθυνση
que sentido indica a seta?
ποια φορά δείχνει το βέλος;
11.
πρόθεση feminino
agi com o melhor dos sentidos
ενήργησα με την καλύτερη πρόθεση
12.
σημασία feminino
nesta conjuntura, o facto adquire um outro sentido
σε τούτο το πλαίσο, το γεγονός αποκτά άλλη σημασία
13.
έννοια feminino , σημασία feminino
as suas palavras encerravam um sentido oculto
τα λόγια του ενείχαν μια κρυφή έννοια
esclarecer o sentido de um parágrafo
διασαφηνίζω τη σημασία μιας παραγράφου
frase com sentido alegórico
φράση με αλληγορική έννοια
frase de duplo sentido
φράση με διπλή σημασία
o sentido global duma alocução
η σφαιρική έννοια μιας ομιλίας
o sentido implícito duma frase
η υπονοούμενη έννοια μιας φράσης
palavra a que correspondem vários sentidos
λέξη στην οποία αντιστοιχούν κάμποσες έννοιες
em sentido
σε στάση προσοχής
em sentido lato
με την ευρεία έννοια
em sentido restrito
με τη στενή έννοια
fazer (todo o) sentido
στέκει, βγάζει νόημα
isso que tu dizes não faz sentido
αυτά που λες δεν βγάζουν νόημα

tens razão, faz todo o sentido
έχεις δίκαιο, αυτό στέκει απόλυτα
no sentido de
με σκοπό να
no sentido figurado
με μεταφορική έννοια
no sentido literal
με κυριολεκτική έννοια
o sexto sentido
η έκτη αίσθηση
perder os sentidos
χάνω τις αισθήσεις μου, λιποθυμώ
recuperar/recobrar os sentidos
ανακτώ τις αισθήσεις
rua de sentido único
μονόδρομος
segundo sentido
κρυφό νόημα
captar o segundo sentido duma frase
πιάνω το κρυφό νόημα μιας φράσης
sem sentido
χωρίς νόημα
sem sentidos
αναίσθητος, λιπόθυμος
estar/ficar sem sentidos
είμαι/μένω λιπόθυμος

estava caído, sem sentidos
ήταν πεσμένος, αναίσθητος
MILITAR sentido!
προσοχή!
sentido direto
ορθή φορά
sentido proibido
απαγορευμένη κατεύθυνση
sentido próprio
κύρια/κυριολεκτική σημασία
sentido retrógrado
παλινδρομική φορά
ter sentido
στέκω, ευσταθώ
uma justificação que tem sentido
μια δικαιολογία που στέκει
tirar o sentido de (alguma coisa)
βγάζω (κάτι) από το μυαλό μου
tomar sentido
προσέχω
tomar sentido em (alguma coisa)
έχω την έγνοια για (κάτι)
ANAGRAMAS
sentido
forma do verbo sentir
particípio passado de sentir
Porto Editora – sentido no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-21 07:49:53]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA, FINANÇAS
acordo celebrado entre a República Federal da Alemanha e os Estados Unidos da América no sentido de evitar a dupla tributação e de prevenir evasões fiscais no que se refere à tributação dos rendimentos e de capitais e a certas outras formas de tributação
συνθήκη μεταξύ Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και Ηνωμένων Πολιτειών για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την πρόληψη της φοροδιαφυγής σε ό,τι αφορά τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, καθώς και ορισμένους άλλους φόρους
CIÊNCIAS
movimento no sentido direto / movimento no sentido positivo
ορθή φορά
movimento no sentido inverso / movimento no sentido negativo
ανάδρομος κίνηση
CIÊNCIAS, ENERGIA
escavação do túnel em sentido inverso
όρυξη στοάς εκ δύο διαμετρικά αντίθετων μετώπων
VER +