serenar

se.re.nar
sərəˈnar
verbo transitivo
1.
καθησυχάζω
serenei-o acerca das minhas intenções
τον καθησύχασα σχετικά με τις προθέσεις μου
2.
ηρεμώ, καταλαγιάζω
não foi fácil serenar os ânimos
δεν ήταν εύκολο να καταλαγιάσει κανείς τα πνεύματα
3.
ηρεμώ, καλμάρω
falei-lhe calmamente, para o serenar
του μίλησα ήρεμα, για να τον καλμάρω
o calmante serenou-o um pouco
το καταπραϋντικό τον ηρέμησε λιγάκι
4.
κατευνάζω
não se pode serenar a fúria dos elementos
δεν μπορείς να κατευνάσεις τη μανία των στοιχείων της φύσης
verbo intransitivo
1.
ησυχάζω
depois de ouvir a boa notícia, serenou
αφού άκουσε το καλό νέο, ησύχασε
sentindo-se a salvo, serenou
νιώθοντας ασφαλής, ησύχασε
2.
ησυχάζω, ηρεμώ
finalmente, o paciente serenou
επιτέλους, ο ασθενής ηρέμησε
3.
καταλαγιάζω, καλμάρω, κοπάζω
o mar serenou
η θάλασσα καλμάρισε
Porto Editora – serenar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-28 03:37:13]. Disponível em