setor

se.tor
səˈtor
nome masculino
1.
τομέας
a certa altura, as suas investigações enveredaram para outro setor
κάποια στιγμή, οι έρευνές του κατευθύνθηκαν προς άλλον τομέα
ativar certos setores da economia
δραστηριοποιώ κάποιους τομείς της οικονομίας
considera insuficiente a verba para o setor da saúde
θεωρεί ανεπαρκές το κονδύλι για τον τομέα της υγείας
ele provém de um setor privilegiado da sociedade
αυτός προέρχεται από έναν προνομιούχο τομέα της κοινωνίας
o setor primário/secundário/terciário da economia
ο πρωτογενής/δευτερογενής/τριτογενής τομέας της οικονομίας
privatizar o setor bancário
ιδιωτικοποιώ τον τραπεζικό τομέα
setor circular
GEOMETRIA κυκλικός τομέας
setor financeiro
χρηματοοικονομικός τομέας
setor privado
ιδιωτικός τομέας
setor público
δημόσιος τομέας
2.
τμήμα neutro
o setor dos eletrodomésticos é no segundo andar
το τμήμα των οικιακών συσκευών είναι στο δεύτερο όροφο
3.
κόσμος, σφαίρα feminino
ele é bem conhecido no setor dos negócios
αυτός είναι πολύ γνωστός στον κόσμο των επιχειρήσεων
também se pode escrever sector
ANAGRAMAS
Porto Editora – setor no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 06:49:58]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
programa de reforma do setor dos cereais
μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του τομέα των σιτηρών
reforma no setor da carne de ovino
αναθεώρηση του καθεστώτος που ισχύει στον τομέα του προβείου κρέατος, μεταρρύθμιση του τομέα πρόβειου κρέατος
métodos de análise comunitários aplicáveis no setor do vinho
κοινοτικές μέθοδοι ανάλυσης που εφαρμόζονται στον οινικό τομέα
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, AGROALIMENTAR, INDÚSTRIA
setor endógeno de base
βασικός ενδογενής κλάδος
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
setor do tabaco
τομέας καπνού
VER +