silenciar

si.len.ci.ar
silẽˈsjar
verbo transitivo
1.
σιγάζω, επιβάλλω σιωπή, κάνω να σωπάσει
o professor bateu as palmas, para silenciar os alunos
ο δάσκαλος χτύπησε παλαμάκια, για να κάνει τους μαθητές να σωπάσουν
um olhar severo, que silenciou toda a gente
μια αυστηρή ματιά, που σίγασε όλο τον κόσμο
2.
αποσιωπώ
não quero silenciar por mais tempo a verdade
δεν θέλω να αποσιωπήσω κι άλλο την αλήθεια
pediu-me que silenciasse aquele facto
μου ζήτησε να αποσιωπήσω εκείνο το γεγονός
3.
αποστομώνω
argumentos capazes de silenciar qualquer um
επιχειρήματα ικανά να αποστομώσουν τον καθένα
as suas justificações não foram suficientes para me silenciarem
οι δικαιολογίες του δεν ήταν αρκετές για να με αποστομώσουν
4.
βάζω σιγαστήρα [σε]
silenciar uma arma
βάζω σιγαστήρα σ' ένα όπλο
5.
figurado φιμώνω
a revolta era tal, que não era possível silenciá-la
η αγανάκτηση ήταν τόσο μεγάλη, που δεν ήταν δυνατό να την φιμώσουν
regime ditatorial que silenciou a imprensa
δικτατορικό καθεστώς που φίμωσε τον Τύπο
6.
figurado ξεκάνω
achou melhor silenciar a testemunha
θεώρησε καλύτερο να ξεκάνει τον μάρτυρα
facínora que silencia sem remorsos os seus inimigos
τραμπούκος που ξεκάνει χωρίς τύψεις τους εχθρούς του
verbo intransitivo
1.
σιωπώ, σωπαίνω
não tendo a certeza do que ia dizer, resolvi silenciar
μην όντας σίγουρος για όσα ετοιμαζόμουν να πω, αποφάσισα να σωπάσω
2.
κρατώ σιωπή
silenciar sobre assuntos tão graves é criminoso
το να κρατάς σιωπή σχετικά με τόσο σοβαρά ζητήματα είναι εγκληματικό
Porto Editora – silenciar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-28 17:26:53]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
INDÚSTRIA
bloquear um recetor / silenciar um recetor
σιγάζω ένα δέκτη
altifalante silenciado
σιγασμένο μεγάφωνο