simples

sim.ples
ˈsĩpləʃ
adjetivo invariável
1.
απλός
a cerimónia do casamento foi muito simples
η τελετή του γάμου ήταν πολύ απλή
alguns traços simples figuravam os humanos
μερικές απλές μολυβιές παρίσταναν τους ανθρώπους
a vida não é simples
η ζωή δεν είναι απλή
contento-me com coisas simples
αρκούμαι σε απλά πράγματα
é muito simples!
είναι πολύ απλό!
isto é um simples conselho
αυτό είναι μια απλή συμβουλή
gestos simples e naturais
απλές και απροσποίητες κινήσεις
na aldeia, tudo era gente simples
στο χωριό, όλοι ήταν απλοί άνθρωποι
não é nada de importante, é uma simples formalidade
δεν είναι τίποτα σημαντικό, είναι μια απλή τυπικότητα
organismo simples
απλός οργανισμός
por simples curiosidade/prazer
από απλή περιέργεια/ευχαρίστηση
preferiu reduzir-se a simples observador
προτίμησε να περιοριστεί σε απλό παρατηρητή
problemas simples e complicados
απλά και πολύπλοκα προβλήματα
seria tudo mais simples se...
όλα θα ήταν πιο απλά εάν...
solução simples
απλή λύση
ter gostos simples
έχω απλά γούστα
usar palavras simples e claras
χρησιμοποιώ απλές και σαφείς λέξεις
2.
απλός, απέριττος, λιτός
estilo simples, desafetado
απέριττο, ανεπιτήδευτο ύφος
levar uma vida simples
διάγω μια λιτή ζωή
3.
άσημος
provém de uma família simples
κατάγεται από άσημη οικογένεια
4.
σκέτος
iogurte simples
σκέτο γιαούρτι
queres o café simples ou com açúcar?
θες τον καφέ σου σκέτο ή με ζάχαρη;
tomar leite simples
πίνω γάλα σκέτο
5.
αφελής, απλοϊκός
não enganes gente simples!
μην γελάς απλοϊκούς ανθρώπους!
nome de 2 géneros e 2 números
1.
απλός άνθρωπος masculino
optou pela vida pacata dos simples
προτίμησε την ήσυχη ζωή των απλών ανθρώπων
2.
αφελής masculino , απλοϊκός masculino , αγαθιάρης masculino
muito gosta ele de troçar dos simples!
πόσο του αρέσει να κοροϊδεύει τους αφελούς!
nome masculino de 2 números
ARQUITETURA
ver cambota
nome masculino plural
simples de espírito
πτωχός τω πνεύματι
simples mortal
κοινός θνητός
sou um simples mortal
είμαι ένας κοινός θνητός
Porto Editora – simples no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-05 01:28:08]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
alimento simples / alimento simples para animais
απλή ζωοτροφή, απλή τροφή
maioria repartida simples
απλή κατανεμημένη πλειοψηφία
ATIVIDADE POLÍTICA
maioria distribuída simples / maioria repartida simples
απλή κατανεμημένη πλειοψηφία
votação por maioria simples repartida
απλή επιμεριστική πλειοψηφία, απλή κατανεμημένη ψηφοφορία, επιμερισμένη απλή πλειοψηφία
maioria relativa / maioria simples
απλή πλειοψηφία, σχετική πλειοψηφία
ATIVIDADE POLÍTICA, EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
terminal simples
απλό τερματικό
VER +