sincero

sincera
sin.ce.ro
sĩˈsɛru
adjetivo
1.
ειλικρινής
as maneiras rudes mas sinceras da gente do campo
οι άξεστοι αλλά ειλικρινείς τρόποι των χωρικών
o que mais conta é ser-se sincero
αυτό που μετράει περισσότερο, είναι να είσαι ειλικρινής
o seu interesse era sincero
το ενδιαφέρον του ήταν ειλικρινές
sentimento sincero de respeito e admiração
ειλικρινές αίσθημα σεβασμού και εκτίμησης
2.
ειλικρινής, ολόψυχος
os meus mais sinceros agradecimentos
οι πιο ειλικρινείς ευχαριστίες μου
votos sinceros
ολόψυχες ευχές
Porto Editora – sincero no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-27 20:01:12]. Disponível em