singeleza

sin.ge.le.za
sĩʒəˈlezɐ
nome feminino
1.
απλότητα
a singeleza de um desenho infantil
η απλότητα μιας παιδικής ζωγραφιάς
singeleza de traje/traços
απλότητα ενδυμασίας/χαρακτηριστικών
2.
αγνότητα
admirar a singeleza de carácter (de alguém)
θαυμάζω την αγνότητα χαρακτήρα (κάποιου)
encantei-me com a singeleza do seu sorriso
γοητεύτηκα από την αγνότητα του χαμογέλου της
singeleza de alma
αγνότητα ψυχής
Porto Editora – singeleza no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-26 09:06:03]. Disponível em